ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΓΙΑΔΩΝ:
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ
ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Γ. Ν. ΛΕΟΝΤΣΙΝΗΣ
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ
Δ. Α. ΚΥΡΙΑΚΑΚΟΥ
ΑΘΗΝΑ 2008
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η μελέτη αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μίας διεπιστημονικής συνεργασίας για την εποπτεία της διπλωματικής μου εργασίας στο μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών με τίτλο Ιερά μονή Σταγιάδων: Δημιουργία δικτυακού τόπου για την καταγραφή και ανάδειξη της ιστορίας ενός περιφερειακού πολιτισμικού μνημείου, του οποίου υπεύθυνος καθηγητής είναι ο κ. Γ. Λεοντσίνης. Αφορά τη Μονή Σταγιάδων και την πολλαπλή προσφορά της από τότε που ιδρύθηκε μέχρι τις μέρες μας.
Η Ιερά Μονή Σταγιάδων είναι ένα Μοναστήρι με μακρόχρονη ιστορία, για την οποία όμως λίγα στοιχεία έχουν διασωθεί. Αυτός είναι όμως και ο λόγος για τον οποίο την επιλέξαμε για μελέτη, θεωρώντας ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της διαδικτυακής τεχνολογίας, της διαφήμισης, ακόμη και της αίγλης που προσδίδει η σφραγίδα του «επώνυμου», η προσπάθεια μελέτης και ανάδειξης της ιστορίας ενός περιφερειακού, λιγότερο γνωστού στο ευρύ κοινό ιστορικού μνημείου, αποτελεί εξ ίσου σημαντική συμβολή με τη μελέτη ενός διάσημου μνημείου, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτή έχει και το χαρακτήρα της διάσωσης της ιστορίας του από τη λήθη, ανεξάρτητα από το πόσο μικρή ή μεγάλη αποδειχθεί, εκ των υστέρων, η ιστορία αυτή.
Οι πληροφοριακές, επικοινωνιακές και πολυαισθητηριακές μαθησιακές διευκολύνσεις που μας παρέχουν οι Νέες Τεχνολογίες παρουσιάζουν σήμερα για κάθε ιστορικό και εκπαιδευτικό πολλές προκλήσεις για ανάληψη πρωτοβουλιών αξιοποίησής τους με στόχο τη μελέτη, διάσωση και ανάδειξη πτυχών του ελληνικού πολιτισμού στο «οικουμενικό χωριό», στο οποίο πλέον ανήκουμε. Αυτό το επιχειρούν όλες οι χώρες και η αδράνεια από δικής μας πλευράς θα ισοδυναμούσε με πολιτιστική σιωπή, λήθη και υστέρηση.
Σκοπός λοιπόν αυτής της εργασίας είναι η μελέτη και καταγραφή της ιστορίας ενός περιφερειακού μοναστηριού, της Ιεράς Μονής Σταγιάδων και η δημιουργία δικτυακού τόπου για την προβολή του μνημείου στο ευρύτερο κοινό, όπου θα υπάρχουν και άλλες υπο-ενότητες διαθεματικού χαρακτήρα, καθώς και διαδραστικός χώρος έκφρασης και διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερομένων επισκεπτών της ιστοσελίδας. Ο συγκεκριμένος δικτυακός τόπος λοιπόν σχεδιάστηκε να περιλαμβάνει, πέραν του κειμένου της διπλωματικής εργασίας, και άλλου είδους κείμενα, όπως λογοτεχνικό αφήγημα, λαογραφικά στοιχεία και εργασίες μη ειδικών, που τα έγραψαν από ενδιαφέρον και αγάπη για το Μοναστήρι, πολυμεσικές παρουσιάσεις κ.ά. Η ιστοσελίδα είναι ανοιχτή για προσθήκες, τροποποιήσεις και διορθώσεις, που θα γίνονται με την ευθύνη του καθηγητή των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση, κ. Αριστοτέλη Ράπτη.
Με την εργασία αυτή φιλοδοξούμε να συλλέξουμε και συμπληρώσουμε τα υπάρχοντα στοιχεία που αφορούν τη Μονή παρουσιάζοντας πληροφορίες που αφορούν την οργάνωση της Μονής, τη διοίκησή της, την οικονομική της κατάσταση, τη ζωή των μοναχών, τη σχέση της με το ελληνικό κράτος και τη βοήθεια που παρείχε η μονή Σταγιάδων σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη.
Για το σκοπό στηριχτήκαμε σε πληροφορίες που βρήκαμε από βιβλία, το διαδίκτυο, αλλά και από δική μας επιτόπια έρευνα, κατά το διάστημα 2006-2008. Η βιβλιογραφία μας βοήθησε να παρουσιάσουμε την ιστορική πλευρά της μονής, ενώ τα στοιχεία που συλλέξαμε από τα πρακτικά της, συνέβαλαν στην ολοκλήρωση της εικόνας της στους Νεότερους Χρόνους.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να ευχαριστήσω τον καθηγητή μου Γ. Λεοντσίνη για την ευκαιρία που μου έδωσε να ασχοληθώ με το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα που αφορά την προσφορά της Μονής Σταγιάδων και τον καθηγητή Α. Ράπτη για την βοήθειά του να δημιουργηθεί ο δικτυακός τόπος που αφορά τη Μονή και για το κεφάλαιο που συνέγραψε και αφορά τη βιωματική του σχέση τόσο με αυτήν όσο και με την γύρω περιοχή.
Επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω τις μοναχές της Ιεράς Μονής Σταγιάδων καθώς και την ηγουμένη Παρθενία για τις προφορικές μαρτυρίες και τη βοήθεια που μου προσέφεραν στα πρακτικά της Μονής.
Κυριακάκου Δήμητρα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο μοναχισμός είναι ένας θεσμός που εμφανίστηκε τον 4ο αι. μ.Χ.[1] και γνώρισε μεγάλη ακμή στα μεσαιωνικά χρόνια. Κύριος σκοπός του είναι η διάδοση του λόγου του Θεού. Η προσφορά του όμως δε σταματά εκεί, καθώς αρκετά είναι τα μοναστήρια, τα οποία έχουν προσφέρει πολλά τόσο στον κόσμο όσο και στο ίδιο το έθνος σε κρίσιμες ώρες.
Με την παρούσα εργασία που έχει θέμα: «Ιερά μονή Σταγιάδων: Δημιουργία δικτυακού τόπου για την καταγραφή και ανάδειξη της ιστορίας ενός περιφερειακού πολιτισμικού μνημείου», θα παρακολουθήσουμε τη ζωή του μοναστηριού από την εποχή της ίδρυσής του μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται για ένα ιστορικό μοναστήρι που βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων ανάμεσα στις επαρχίες Γρεβενών και Καλαμπάκας, στο ομώνυμο χωριό Σταγιάδες. Η περιοχή έχει πλούσια βλάστηση, πολλά νερά και τα πουλιά ευφραίνουν τον επισκέπτη και τους μοναχούς. Είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η επιβλητική παρουσία ενός μοναστηριού αφιερωμένου στην Παναγία δίπλα στο μικρό χωριό ήταν φυσικό να ασκεί επιρροή στη ζωή των κατοίκων του, που μέχρι τη δεκαετία του ’70 ήταν απομονωμένοι από τα αστικά κέντρα και έζησαν έντονα τις επιπτώσεις της φτώχειας και του εμφυλίου πολέμου.
Άξια λόγου είναι η αρχιτεκτονική της μονής. Είναι χτισμένη το 1004, αλλά έχει δεχτεί πολλές αλλαγές στην πορεία των αιώνων, πράγμα που επιτρέπει να δούμε στοιχεία από την παλιά, αλλά και από τη νέα αρχιτεκτονική. Σημαντική θέση κατέχουν οι τοιχογραφίες, οι οποίες, όπως και σε άλλους ναούς και μοναστήρια, παρουσιάζουν θέματα από την Αγία Γραφή.
Έχει πλούσια βιβλιοθήκη, η οποία αποτελείται από βιβλία του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά σώζονται με τις ενθυμήσεις τους, οι οποίες μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για τη ζωή των μοναχών, την προέλευση των βιβλίων κ.α.
Η πορεία του μοναστηριού μέσα στους αιώνες έχει δημιουργήσει μια μεγάλη ιστορία. Μέσα από την εργασία θα μας δοθεί η ευκαιρία να αναφερθούμε στην ιστορική του πορεία, από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Το μοναστήρι ενώνει την αρχαία Ελλάδα με τη νεώτερη, καθώς έχει χτιστεί στη βυζαντινή κωμόπολη των Σταγών, η οποία τοποθετείται στα ερείπια της αρχαίας πόλης του Αιγινίου, στην περιοχή της Εστιαιώτιδας Θεσσαλίας. Οι προφορικές παραδόσεις, τα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και ιστορικά στοιχεία συνθέτουν την ιστορία του.
Η συμβολή της Μονής Σταγιάδων είναι σημαντική κατά το 19ο αιώνα, την εποχή της ελληνικής επανάστασης, αλλά και αργότερα κατά τους δύο Βαλκανικούς και τους δύο Παγκόσμιους πολέμους. Μοναχοί, οι οποίοι έζησαν εκεί ήταν σημαντικές προσωπικότητες. Έδειξαν αγάπη και αφοσίωση στο έργο τους και πολλές φορές ακόμα και με αυταπάρνηση υπερασπίζονταν το δίκαιο. Στον 20ο αιώνα, συγκεκριμένα το 1968, το μοναστήρι μετατρέπεται σε γυναικείο. Στις μοναχές οφείλεται η συνέχιση της ύπαρξης του μοναστηριού και η διατήρηση της μοναστικής παράδοσης μέχρι σήμερα.
Από στοιχεία που υπάρχουν σε βιβλία της μονής, όπως το Μοναχολόγιο και το Πρωτόκολλο παίρνουμε πληροφορίες για τη καθημερινή ζωή των μοναχών, τις σχέσεις τους με την Μητρόπολη ή το επίσημο ελληνικό κράτος αλλά και τις επαφές τους με τους κατοίκους των γύρω περιοχών.
[1] Δ. Σοφιανός Δ., Ο Ορθόδοξος μοναχισμός και η Ιερά Μονή Σταγιάδων, στο Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 2005, σ. 1
Τοποθεσία
Η Ιερά Μονή Σταγιάδων είναι ένας από τους πνευματικούς θησαυρούς της περιοχής των Μετεώρων. Βρίσκεται τριανταδύο χιλιόμετρα βορειοδυτικά από την περιοχή της Καλαμπάκας, σε υψόμετρο 750 μέτρων περίπου, στην ορεινή περιοχή των Χασίων ανάμεσα στις επαρχίες Γρεβενών και Καλαμπάκας.[1]
Στο δρόμο που συνδέει την Καλαμπάκα με τα Γρεβενά, έξι χιλιόμετρα μετά τη γέφυρα του Μουγκανιού, κοντά στη γέφυρα της Μύκανης ξεκινάει ο δρόμος που οδηγεί στο χωριό Σταγιάδες, όπου βρίσκεται χτισμένη η ομώνυμη Ιερά Μονή, που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μετά το χωριό Ξηρόκαμπος, που βρίσκεται στους πρόποδες των Χασίων όρων αντικρίζουμε το χωριό της Οξύνειας χτισμένο σε μια πλαγιά. Ο Αντώνιος Τασίκας στο βιβλίο του Ίωνες, γράφοντας για την περιοχή, αναφέρει ότι η αρχαία Οξύνεια βρισκόταν στη θέση Μύκανη, όπου βρίσκεται το σημερινό χωριό Ξηρόκαμπος, περιοχή, η οποία είχε κατοικηθεί από την εποχή του κατακλυσμού του κόσμου.
Στην είσοδο του χωριού υπάρχει ο αρχαιοπρεπής δίτρουλος ναός του Αγίου Γεωργίου, του τροπαιοφόρου. Μετά το χωριό της Οξύνειας αρχίζει ένας ανηφορικός δρόμος, ο οποίος έχει στρωθεί πρόσφατα και οδηγεί στο χωριό που βρίσκεται κρυμμένο σε εσωτερική πλαγιά του βουνού. Παλαιότερα ήταν ιδιαίτερα κουραστικός καθώς ήταν χωματόδρομος στενός και αδιαμόρφωτος. Σήμερα, μετά από διανοίξεις και βελτιώσεις του οδοστρώματος, το ταξίδι είναι πιο άνετο. Ο ανηφορικός αυτός δρόμος οδηγεί σ’ ένα προσκυνητάρι, όπου σχηματίζεται διχάλα. Από τους δύο αυτούς δρόμους, ο ένας αριστερά συνεχίζει για το Κακοπλεύρι και ο άλλος δεξιά κατηφορίζει για το χωριό Σταγιάδες. Ο κατηφορικός δρόμος οδηγεί σε μια ανοιχτή στροφή, όπου φαίνεται από τα δεξιά ένας επιβλητικός ναός. Είναι η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Μονή των Σταγιάδων, που δεσπόζει σε ένα λόφο και αγναντεύει όλο το τοπίο μέχρι τα μακρινά βουνά. Σε μικρή απόσταση από τη δυτική πλευρά του μοναστηριού βρίσκονται τα πρώτα σπίτια του χωριού, χτισμένα τα περισσότερα πάνω στο δρόμο στο επικλινές σημείο του βουνού. Στο κέντρο, σε μια μικρή πλατεία, δεσπόζει ο νέος ιερός ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που θεωρείται σύγχρονος με το ναό του Μοναστηριού.[2]
Μικρό το χωριό, αλλά καταπράσινος ο τόπος και πολλές οι ομορφιές του. Υπάρχει ποικιλία συνδυασμών της φύσης, χρωμάτων και φυτών που ευχαριστούν και ευφραίνουν τον επισκέπτη. Η πλούσια βλάστηση και τα κάθε είδους οπωροφόρα δέντρα κατακλύζουν τα σπίτια του χωριού, ενώ ζωηρός είναι ο ήχος του νερού που κυλά αδιάκοπα κάτω από τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων. Το πεύκο και η αγράμπελη αναζωογονούν τον επισκέπτη ενώ οι φωνές των πουλιών γεμίζουν τον αέρα.[3] Μέσα σ’ αυτή τη φυσική ομορφιά και την επαφή με τα στοιχεία της φύσης, μακριά από την κοσμική ζωή των πόλεων, συναισθήματα δέους και μυστηρίου γεννιόνταν από παλιά στην ψυχή των κατοίκων, ενώ η καρδιά των πιστών ωθούνταν, να ζητήσει παρηγοριά στο Θεό.
Σ’ αυτό το ήρεμο μέρος με την πλούσια βλάστηση βρίσκεται η Ιερά Μονή «της Κοιμήσεως της Θεοτόκου», η επονομαζόμενη Μονή Σταγιάδων.[4] Η επισκοπή των Σταγών είναι από τις παλαιότερες και γνωστότερες εκκλησιαστικές περιοχές του θεσσαλικού κάμπου. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το χωριό των Σταγιάδων βρίσκεται στην ίδια θέση της γνωστής αρχαίας πόλης της Εστιαιώτιδας Θεσσαλίας, του Αιγινίου. Τη ζωή του Αιγινίου κατά τη Βυζαντινή εποχή συνεχίζει η κωμόπολη των Σταγών.[5]
Η Ιερά Μονή Σταγιάδων υπάγεται εκκλησιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη Σταγών και Μετεώρων. Από το 1904 ήταν ανδρική και συντηρούσε πολυάριθμη αδελφότητα με πολλά κοπάδια και μέλισσες. Το 1968 μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε σε γυναικείο μοναστήρι μετά από ενέργειες του Μακαριστού Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών, μακαριστού κ. Διονυσίου. Η πρώτη ηγουμένη που εξελέγη είναι η μέχρι σήμερα Γερόντισσα Θεονύμφη Κανταρτζή, η οποία φρόντισε για την ανακαίνιση του κτιριακού συγκροτήματος του μοναστηριού και προσφέρει μέχρι σήμερα σημαντικό έργο στον πνευματικό και κοινωνικό τομέα.[6]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, «Εις τα όρη … ορθώμεν», εκδ. Ι.Μ.Σταγιάδων, σ.17.
[2] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 19, 22, 23, 24, 26, 28.
[3] Δ. Παπανίκου, Το μοναστήρι των Σταγιάδων, στο περιοδικό Έρευνα, 1970.
[4] Δ. Σοφιανός, Acta Stagorum, Τα υπέρ της Θεσσαλικής επισκοπής Σταγών παλαιά βυζαντινά έγγραφα, στο περιοδικό Τρικαλινά, Τρίκαλα, 1993, σ.7.
[5] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.7
[6] Ιερά Μονή Σταγιάδων Μια χιλιετία παρουσία και προσφορά, στο www.ecclesia.gr/greek/holysynod/comitees/monastic/moni_stagiadom.html.
Περιγραφή της Μονής
Η Ιερά Μονή Σταγιάδων βρίσκεται στη διασταύρωση του δρόμου με τον κεντρικό που οδηγεί στο χωριό και ονομαζόταν «Γκουργκούλα». Στη διάρκεια του χρόνου, έχει υποστεί αρκετές καταστροφές και αλλαγές. Ο σημερινός επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να δει πολλά στοιχεία από την παλιά αρχιτεκτονική αλλά περισσότερα από τη νέα. Στην πρόσοψη του μοναστηριού στη δυτική πλευρά, βρίσκεται το προαύλιο. Ο χώρος αυτός έχει φροντιστεί ιδιαίτερα καθώς εξυπηρετεί τους επισκέπτες και τους προσκυνητές. Εκεί βρίσκουν χώρο ξεκούρασης και ευκαιρία για να θαυμάσουν την ομορφιά και τη γαλήνη του φυσικού τοπίου. Στο αριστερό μέρος του προαυλίου υπάρχει ένα στρογγυλό πέτρινο τραπέζι, μερικά καθίσματα και μια γραφική βρύση.[1]
Η πρόσοψη του όλου κτιριακού συγκροτήματος αποτελείται από τους εξωτερικούς τοίχους δύο διαφορετικών οικοδομών. Η μία, η παλαιότερη βρίσκεται στη δεξιά μεριά του μοναστηριού και η νεότερη στην αριστερή, η οποία χτίστηκε το 1970 στη θέση οικοδομής που κατεδαφίστηκε. Την είσοδο της μονής καλύπτει μια τρίφυλλη σιδερένια πόρτα, που έχει αντικαταστήσει μια πιο βαριά ξύλινη δίφυλλη. Πάνω από την είσοδο υπάρχει η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία δείχνει και την ταυτότητα της Μονής.[2]
Πίσω από τη σιδερένια πόρτα της εισόδου της Μονής υπάρχει ένα μικρός αλλά ευρύχωρος διάδρομος που οδηγεί σε μια πλακόστρωτη αυλή γύρω από την οποία υψώνονται παλιά και νέα κτίρια που σχηματίζουν τετράγωνο. Στο αριστερό τμήμα της αυλής υπάρχει το γραφικότατο ιερό, περικυκλωμένο από αναρριχώμενες πρασινάδες, τριανταφυλλιές και άλλα άνθη, μια εξαιρετική φυσική διακόσμηση για όλο το μοναστήρι.[3]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 39,41.
[2] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 39.
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 42.
Η αρχιτεκτονική της Μονής
Το Καθολικό της Μονής έχει μακρόστενο σχήμα και είναι βυζαντινού ρυθμού με τρούλο. Είναι χτισμένο σε περισσότερες από μία φάσεις. Στην παλαιότερη απ’ αυτές ανήκει ο κυρίως ναός. Είναι ένας σταυροειδής, εγγεγραμμένος τετράστυλος ναός με τρούλο. Αποτελείται από τρία μέρη, τον δικιόνιο τρουλαίο δηλαδή τον κυρίως ναό, το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα.
Ο εξωνάρθηκας είναι ένας μικρός τετράγωνος χώρος, στον οποίο η μεσημβρινή και η δυτική πλευρά είναι ανοιχτές και καλύπτονται από καμάρες, οι οποίες προσδίδουν στο οίκημα ιδιαίτερη χάρη. Η βορινή καλύπτεται με τοίχο, ενώ η ανατολική έχει την είσοδο που οδηγεί στο νάρθηκα. Πάνω από την είσοδο του ναού, σε πέτρινο τρίπτυχο υπάρχει η χρονολογία 1906, ημερομηνία που αφορά τη χρονολογία ανέγερσης του εξωνάρθηκα. Την αρχιτεκτονική του εξωνάρθηκα συμπληρώνει ένας εξάπλευρος τρούλος που στις τέσσερες πλευρές του έχει στενόμακρα παράθυρα. Στις άλλες δύο σχηματίζονται τεχνητά παράθυρα. Στο κέντρο του δυτικού τοίχου του εξωνάρθηκα βρίσκεται το μικρό πέτρινο καμπαναριό που έχει μια μικρή αλλά εύηχη καμπάνα.[1]
Ο χώρος που υπάρχει πριν τον κυρίως ναό ονομάζεται πρόναος ή νάρθηκας. Εκεί στέκονταν παλιά οι κατηχούμενοι γιατί δεν επιτρεπόταν να παραμείνουν στο χώρο του κυρίως ναού καθ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Ο νάρθηκας έχει παραλληλόγραμμο σχήμα και είναι σαφώς μεγαλύτερος από τον κυρίως ναό. Αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη, η οποία χρονολογείται τον ΙΗ΄ αιώνα. Στο νότιο τοίχο του υπάρχουν δύο παράθυρα. Κάτω από το δυτικότερο παράθυρο υπάρχει μια δυσανάγνωστη κεφαλαιογράμματη επιγραφή που αναφέρει ποιοι ανέλαβαν τα έξοδα της ανέγερσης χωρίς όμως να διακρίνεται το έτος.[2] Το ταβάνι του νάρθηκα έχει επενδυθεί με ξύλινο πλέγμα ενώ ο φωτισμός του χώρου εξυπηρετείται από δύο μικρά παράθυρα στο επάνω τμήμα της νότιας πλευράς του νάρθηκα. Με τον κυρίως ναό συνδέεται με ένα μικρό πορτάκι. Πιθανότατα το μικρό μέγεθος της πόρτας να οφείλεται στην παλαιότερη κατασκευή του ναού.[3]
Ο κυρίως ναός, η χρονολογία της ανέγερσης του οποίου δεν μαρτυρείται, πιθανότατα να είναι κτίσμα του ΙΕ΄ αιώνα. Η οροφή του είναι ξύλινη με φάτνωμα.[4] Ο φωτισμός του χώρου πραγματοποιείται μέσω των τεσσάρων παραθύρων του τρούλου. Δύο απ’ αυτά βρίσκονται στις δύο κεραίες του ναού, το ένα στη βόρεια και το άλλο στη νότια κεραία. Ένα μονόλοβο παράθυρο βρίσκεται στην κόγχη της πρόθεσης, ένα δίλοβο στην κόγχη του Αγίου Βήματος και ένα τρίτο στο τύμπανο της νότιας κεραίας του Ιερού.[5]
Το Καθολικό και τον υπόλοιπο χώρο της αυλής περιβάλλει ένα κτιριακό συγκρότημα από τις τρεις πλευρές. Η ανατολική πλευρά του χώρου του Μοναστηριού, που βρίσκεται πίσω από το Καθολικό, περικλείεται από έναν παμπάλαιο και πανύψηλο τοίχο. Μια χρονολογία που έχει σημειωθεί σε μία πέτρα του τοίχου, 1869, ίσως να μαρτυρεί το χρόνο κατασκευής του. Ο τοίχος χτίστηκε για λόγους προστασίας και ασφάλειας του μοναστηριού.[6]
Από τις οικοδομές της Μονής η πιο επιβλητική είναι η πτέρυγα που καλύπτει ολόκληρη τη μεσημβρινή πλευρά της και το ένα τρίτο της δυτικής. Είναι ένα διώροφο παλαιό κτίριο με ψηλοτάβανα δωμάτια τόσο στο ισόγειο όσο και στον επάνω όροφο. Επισκευές, διαρρυθμίσεις και βελτιώσεις που έγιναν πρόσφατα συνέβαλαν ώστε να χρησιμοποιούνται όλοι οι χώροι του. Το κεντρικό και δυτικό τμήμα του επάνω ορόφου καταλαμβάνουν τα κελιά των μοναχών. Στο ανατολικό τμήμα του ίδιου ορόφου είναι το δεσποτικό, ένας χώρος απομονωμένος με δική του ξεχωριστή είσοδο που προορίζεται για διαμονή του οικείου Μητροπολίτη. Στο ισόγειο του κτιρίου βρίσκεται η κουζίνα, η καθημερινή τράπεζα, χώροι αποθήκευσης και εργαστήριο. Στο πέτρινο υπέρθυρο που καλύπτει την πόρτα που οδηγεί από το προαύλιο στην τράπεζα των αδερφών υπάρχει μια επιγραφή που αναφέρει ότι το μέρος αυτό του μοναστηριού χτίστηκε το 1859, που σημαίνει ότι είναι μεταγενέστερο κτίσμα. Στο κέντρο της πτέρυγας βρίσκεται το αρχονταρίκι και δυτικά η επίσημη τράπεζα με την κουζίνα της. Ανάμεσα σ’ αυτό και την τράπεζα υπάρχει ένας μεγάλος χώρος ανοικτός προς την αυλή με τοξωτό τοίχο που χρησιμοποιείται για θερινό καθιστικό. Δύο χαμηλές πόρτες τα συνδέουν και φέρουν διακοσμημένα πέτρινα πλαίσια. Οι πόρτες αυτές είναι καινούριες που αντικατέστησαν τις παλιές, πράγμα το οποίο μαρτυρεί και η χρονολογία 1797 που αναγράφεται στο επάνω μέρος τους.[7]
Η νέα οικοδομή του βορειοδυτικού τμήματος περιέχει χώρους υποδοχής επισκεπτών και προσκυνητών. Περιλαμβάνει ένα καθιστικό, μερικά κελιά, βοηθητικούς και άλλους χώρους. Η πτέρυγα αυτή καταλήγει στο παπαδικό, ένα μικρό διαμέρισμα που προορίζεται για τη διαμονή του λειτουργού ιερέα. Μετά το παπαδικό ακολουθεί ένα διώροφο μικρό παλαιό κτίριο, ίσως το παλαιότερο του μοναστηριού, το οποίο χρονολογείται τον ΙΑ΄ αιώνα. Αποτελείται από ένα μεγάλο δωμάτιο στον επάνω και ένα στον κάτω όροφο. Τέλος η βορειοανατολική πλευρά του κτιρίου καλύπτεται από ένα νέο μικρό διώροφο κτίσμα. Οι χώροι του, που βλέπουν στην αυλή, έχουν μικρά κελιά, ενώ αυτοί που βλέπουν στο δρόμο αποτελούν τον ξενώνα. Αυτοί βρίσκονται έξω από το μοναστήρι, έχουν ξεχωριστή είσοδο και προσφέρονται για φιλοξενία των προσκυνητών.[8]
Έξω από τον περίβολο της Μονής και σύμφωνα με τα τυπικά των Ιερών Μονών, σε παράπλευρο αγρόκτημα έχει δημιουργηθεί το κοιμητήριο, τόπος απαραίτητος για τον ενταφιασμό των κεκοιμημένων αδελφών. Ένα μικρό κτίσμα κοσμεί το κοιμητήριο που δημιουργήθηκε για την διαφύλαξη των οστών τους. μετά την εκταφή τους. Εδώ τοποθετήθηκαν και όλα τα οστά που βρέθηκαν σε παλαιό οστεοφυλάκιο της Μονής. Το σημερινό κοιμητήριο εγκαινιάστηκε με την ταφή του μακαριστού Γέροντα Γενναδίου, του τελευταίου μοναχού επί σειρά ετών της Μονής, πριν τη μετατροπή της σε γυναικεία.[9]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό,π,, σ.43-45.
[2] Τρ. Δ. Παπαζήσης, Πολιτιστικός Τουριστικός Οδηγός Επαρχίας Καλαμπάκας, στο Τρικαλινό Ημερολόγιο 1997-1998, Τρίκαλα, 1997, σ. 365
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, όπ, σ. 45-47
[4] Τρ. Δ. Παπαζήσης, όπ,, σ. 379
[5] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 365.
[6] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 73.
[7] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 73-76.
[8] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 77, 79.
[9] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π.,, σ.83.
Οι τοιχογραφίες
Η αγιογραφία στην ορθόδοξη εκκλησία έχει ιδιαίτερη σημασία Καλύπτει όλους του χώρους των τοίχων, καθώς και άλλων επιφανειών του ναού. Η σημασία τους είναι μεγάλη καθώς δημιουργεί κατανυκτική ατμόσφαιρα κατάλληλη για προσευχή, λατρεία και περισυλλογή. Η εικονογραφία αντλεί τα θέματά της από την Αγία Γραφή και παρουσιάζει σκηνές από τη ζωή του Κυρίου, της Παναγίας και των Αγίων. Με την τέχνη της ζωγραφικής η Εκκλησία κάνει γνωστή στα μέλη της την ιστορία της ή προβάλλει παραδείγματα που εμπνέουν για πνευματικό αγώνα και στηρίζουν την πίστη.[1]
Το Καθολικό της Ιεράς Μονής Σταγιάδων είναι αγιογραφημένο σ’ όλους τους εσωτερικούς τοίχους. Οι τοιχογραφίες φαίνεται ότι ανήκουν στον ΙΗ΄ αιώνα και έγιναν από τον αγιογράφο που δημιούργησε τις αγιογραφίες στον Άγιο Γεώργιο Οξύνειας. Από τα έργα φαίνεται ότι ο δημιουργός πρέπει να ήταν άνθρωπος πνευματικός και θρησκυόμενος. Οι τοιχογραφίες του Καθολικού χαρακτηρίζονται από αρμονία και αναλογία, ενώ ο επιτυχημένος συμβολισμός και η ομοιογένεια μαρτυρούν ότι ο αγιογράφος εργάστηκε με επιμέλεια, δέος και φόβο Θεού. Επειδή ο ναός ανασκευάστηκε, υποθέτουμε ότι κάτω από τις σημερινές τοιχογραφίες υπάρχει ένα δεύτερο στρώμα παλαιότερης εποχής. [2] Εμφανή είναι εξάλλου τα ίχνη της παλαιότερης εικονογραφίας, που έχουν αποκαλυφθεί σε ορισμένα σημεία της σημερινής, τα οποία μάλιστα δείχνουν ότι ο παλιός ναός θα έπρεπε να βρίσκεται χαμηλότερα του σημερινού.
Στο Ιερό Βήμα δεσπόζει η εικόνα της Πλατυτέρας των ουρανών, η οποία καλύπτει το επάνω μέρος της κόγχης. Εικονίζεται όρθια με τα χέρια τεταμένα σε στάση δέησης. Μπροστά της, το ομοίωμα του μεταλλίου φέρει το Χριστό, νέο, να ευλογεί με τα δυο του χέρια. Σε δύο μικρούς κύκλους που βρίσκονται στο κενό του θόλου πάνω από το κεφάλι της βρίσκονται τα γράμματα ΜΡ (ΜΗΤΗΡ) και κάτω η λέξη ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ενώ αριστερά υπάρχουν τα γράμματα ΘΥ (ΘΕΟΥ) και από κάτω ΟΥΡΑΝΩΝ. Στα άκρα της τοιχογραφίας, στο ύψος των χεριών εικονίζονται ο ήλιος και η σελήνη. Κάτω από την Πλατυτέρα βρίσκονται έξι μορφές Πατέρων της Εκκλησίας, που ασχολήθηκαν με τη Θεία Λειτουργία και τη διδασκαλία των δογματικών αληθειών, ο Άγιος Νικόλαος, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας. Πάνω από την Πλατυτέρα βρίσκεται το άγιο Μανδήλιο και πιο ψηλά η Ανάληψη του Κυρίου. Δεξιά από την κόγχη, στους τοίχους του Διακονικού εικονίζονται ολόσωμες οι μορφές των ιερομαρτύρων Αχιλλίου και Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Πιο πάνω. μέσα σε κύκλο ιστορούνται οι προτομές των Αγίων Πρόκλου, Βλασίου, Ανθίμου ενώ σε μια τρίτη σειρά εικόνων παρουσιάζονται θέματα από τη διδασκαλία του Κυρίου. Αριστερά από την κόγχη υπάρχει η Πρόθεση. Μέσα στο ημιθόλιο εικονίζεται η Ζωή εν τάφω και πίνακες διπτύχων. Δεξιά από την πρόθεση έχει αγιογραφηθεί ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος, ενώ αριστερά ο Άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας και οι άγιοι μάρτυρες Μαρτίνος, Αειθαλάς και Ακεψιμάς. Πάνω από την πρόθεση εικονίζονται διάφορα άλλα θάματα από τη ζωή του Κυρίου.[3]
Αυτό που ξεχωρίζει είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο δίνει στο χώρο χάρη και ομορφιά. Το τέμπλο είναι καταστόλιστο από μεγάλες και μικρές εικόνες, διακοσμημένους κίονες, μικρούς στύλους και όμορφα επιστύλια. Διαιρείται σε τέσσερις σειρές. Την κεντρική σειρά αποτελούν τα Δεσποτικά, οι δύο μεγάλες εικόνες του Χριστού δεξιά και της Παναγίας αριστερά. Ανάμεσα στις εικόνες υπάρχουν δύο ξυλόγλυπτοι κάθετοι κίονες, τους οποίους ενώνει ένα υπέρθυρο και ένα οριζόντιο επιστύλιο. Κάτω από τις μεγάλες εικόνες βρίσκονται τα θωράκια, στα οποία υπάρχουν οι εικόνες της Θεοτόκου αριστερά και οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος δεξιά. Πάνω από τα Δεσποτικά είναι η τρίτη σειρά των εικόνων, τις οποίες αποτελούν οχτώ μικρές εικόνες με θέματα από τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Κάθε εικόνα καλύπτεται με διακόσμηση που σχηματίζει τόξο ενώ πάνω απ’ αυτές υπάρχει ένα επιστύλιο, στο οποίο στηρίζεται η τέταρτη σειρά των εικόνων με θέματα τη Δέηση, τους τέσσερις Ευαγγελιστές και τον Προφήτη Αββακούμ. Στο υψηλότερο σημείο του τέμπλου υπάρχει ένα θαυμάσιο ξυλόγλυπτο του Εσταυρωμένου, δεξιά από τον οποίο στέκει η μητέρα Του και αριστερά ο αγαπημένος Του μαθητής Ιωάννης. Και τα δύο πρόσωπα εικονίζονται πάνω σε στόματα δράκων, διακοσμητική που χρησιμοποιείται από τον ΙΣΤ΄ αιώνα. Η ομορφιά του τέμπλου ολοκληρώνεται με δύο φύλλα της Ωραίας Πύλης, που φέρουν την εικόνα του Ευαγγελισμού και κάτω τους τέσσερις ευαγγελιστές με σκαλιστό διάκοσμο.[4]
Στην κόλπωση του τρούλου κυριαρχεί η μορφή του Παντοκράτορα, ο οποίος σε μορφή προτομής στέκει στο υψηλότερο σημείο του ναού που συμβολίζει τον ουρανό. Ο Κύριος είναι μεγαλόπρεπος, σοβαρός, αυστηρός αλλά και ελεήμων. Στο αριστερό χέρι κρατά το Ευαγγέλιο, το νόμο του Θεού και με το δεξί ευλογεί αυτούς που τον πιστεύουν. Το βλέμμα του είναι πράο και παρακολουθεί τους ανθρώπους προς κάθε κατεύθνυση. Στο κεφάλι του υπάρχει φωτοστέφανο μέσα στο οποίο σχηματίζονται τα τέσσερα άκρα του σταυρού. Ο Κύριος από εκεί επιβλέπει τα πάντα, κυβερνά τη γη και αγρυπνά για κάθε πιστό.[5]
Στο τέμπλο, δεξιά από την εικόνα του Κυρίου, σ’ ένα τυφλό τόξο στον τοίχο, υπάρχει η εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η θέση αυτή προσφέρεται στον άγιο, του οποίου ο ναός φέρει το όνομα.
Στον κυρίως ναό και στο ύψος των δεσποτικών εικόνων του τέμπλου, εικονίζονται μια σειρά ολόσωμων αγίων. Ψηλότερα στη δεύτερη σειρά εικόνων ιστορούνται προτομές μέσα σε κύκλους και στην τρίτη σειρά σκηνές από τη ζωή του Χριστού. Στο δυτικό τοίχο του ναού και πάνω από την έξοδο ιστορείται η Κοίμηση της Θεοτόκου.[6]
Δεσπόζουσα θέση κατέχει η Παναγία ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της, η οποία δείχνει να κοιμάται. Στο κέντρο και πίσω από το νεκροκρέβατο στέκει ο Χριστός, ο οποίος περιβάλλεται από δύο αγγέλους και ένα τόξο με εσωτερικές ακτίνες, απόδειξη της ουράνιας δόξας του. Στη σκηνή παρευρίσκονται οι έντεκα Απόστολοι του Χριστού, από τους οποίους ξεχωρίζουν ο Πέτρος και ο Παύλος. Δίπλα στον Απόστολο Πέτρο διακρίνεται ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και οι τρεις Ιεράρχες, Ιάκωβος ο αδελφόθεος, Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και Ιερόθεος επίσκοπος Αθηνών, οι οποίοι παρευρέθηκαν στην κηδεία της Θεοτόκου. Μια λεπτομέρεια που δεν περιέχουν όλες οι απεικονίσεις της Κοιμήσεως είναι η απεικόνιση ενός αγγέλου με τεταμένο ξίφος και του ιουδαίου Ιεφωνία με κομμένα χέρια, ο οποίος τιμωρήθηκε επειδή προσπάθησε να ανατρέψει το νεκρό σώμα της Θεοτόκου, εικόνα που επικράτησε στην αγιογραφία μετά τον ΙΒ΄ και ΙΓ΄ αιώνα. Δύο λεπτομέρειες που συναντάμε σε ύμνους είναι η εικόνα ενός εξαπτέρυγου και η παράσταση δύο κτιρίων. Πάνω από τη μορφή του Χριστού εικονίζεται ένα εξαπτέρυγο, το οποίο συμβολίζει τη συμμετοχή του αγγελικού κόσμου στο μεγάλο αυτό γεγονός. Επίσης υπάρχει η παράσταση δύο κτιρίων, τα οποία συμβολίζουν την πόλη της Γεσθημανής, όπου και πραγματοποιήθηκε το μεγάλο γεγονός της Κοίμησης αλλά και τον κόσμο ολόκληρο.[7] Από ημερομηνία μέσα στο ναό φαίνεται ότι αγιογραφήθηκε το 1803 όταν αρχιερέας Σταγών ήταν ο Παϊσιος.[8]
Στον τοίχο που ενώνει την πρώτη κολόνα με το βορινό τοίχο του Καθολικού υπάρχει μια επιγραφή με θέμα τα όρια του Μοναστηριού. Στο νάρθηκα, στον ανατολικό τοίχο εικονίζεται η Δευτέρα Παρουσία. Ψηλά παρουσιάζεται το: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» ενώ πιο κάτω εικονίζεται η ετοιμασία του Θρόνου, δεξιά και αριστερά του οποίου βρίσκονται οι δώδεκα Απόστολοι. Πιο κάτω εικονίζεται χορός προφητών και οσίων και χαμηλότερα παρουσιάζονται οι Άγιοι Πάντες που πηγαίνουν στον Παράδεισο. Δεξιά και αριστερά από την είσοδο που οδηγεί στον κυρίως ναό κυριαρχούν οι Δεσποτικές εικόνες. Αριστερά από την είσοδο προς τον κυρίως ναό παρουσιάζεται η Παναγία Οδηγήτρια ενώ στην τυφλή κόγχη πάνω από την είσοδο εικονίζεται η Παναγία Μήτηρ Θεού. Πάνω από την κόγχη παρουσιάζονται οι Πρωτόπλαστοι, ο Αδάμ και η Εύα και δεξιά τους ο πλούσιος να καίγεται στον πύρινο ποταμό, ο οποίος καταλήγει στο στόμα του Βελζεβούλ. Δεξιά του πύρινου ποταμού υπάρχουν ζώα και πουλιά.[9]
Στους άλλους τρεις τοίχους υπάρχουν ισομεγέθεις εικόνες που σχηματίζουν τέσσερις οριζόντιες και δέκα κάθετες σειρές. Οι τρεις πρώτες σειρές των εικόνων περιέχουν σκηνές από τα μαρτύρια των αγίων, τα οποία έχουν ιστορηθεί με τη σειρά του Συναξαρίου και αρχίζουν από την 1η Σεπτεμβρίου. Στην επάνω σειρά, την τρίτη, εικονίζονται άγιοι που εορτάζονται από τον Σεπτέμβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο. Στη δεύτερη σειρά είναι τα μαρτύρια των αγίων που εορτάζονται από τον μήνα Ιανουάριο μέχρι και Απρίλιο, ενώ στην πρώτη σειρά και πάνω από τα στασίδια βρίσκονται τα μαρτύρια αγίων που εορτάζονται τους μήνες Μάιο μέχρι Αύγουστο. Στην τέταρτη σειρά των εικόνων ιστορούνται θέματα από τους 24 οίκους των Χαιρετισμών της Παναγίας, ενώ η βόρεια πλευρά συμπληρώνεται με άλλα έξι θέματα.[10]
Τοιχογραφίες υπάρχουν και στον εξωνάρθηκα, του οποίου κοσμούν και τις τέσσερις πλευρές. Είναι παλαιότερες από τις εικόνες του κυρίως ναού και χρονολογούνται τον ΙΗ΄.
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 59-60.
[2] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π,, σ. 60-61.
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 62-65.
[4] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 51-53.
[5] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 53-55.
[6] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 65-66.
[7] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 56-58.
[8] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ.378.
[9] Τρ. Δ. Παζηζήσης, ό.π.,, σ. 366-367.
[10] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.66-67.
Η βιβλιοθήκη της Μονής
Τα μοναστήρια συνήθως δεν έχουν ειδικό χώρο για βιβλιοθήκη. Κατέχουν όμως έναν αρκετά σημαντικό αριθμό βιβλίων παλαιών και νέων, άλλοτε μεγαλύτερο κι άλλοτε μικρότερο. Αυτά συνήθως φιλοξενούνται στο γραφείο του ηγουμένου, στην τράπεζα ή σε άλλους κατάλληλους χώρους. Συνήθως τα παλαιά βιβλία φυλάσσονται σε πιο ασφαλείς χώρους.[1]
Η Ιερά Μονή Σταγιάδων είχε πλούσια βιβλιοθήκη, η οποία απογυμνώθηκε στο πέρασμα των αιώνων από τις επιδρομές και τις λεηλασίες. Τα βιβλία που έχουν σωθεί είναι κυρίως λειτουργικά.[2] Σήμερα υπάρχουν γύρω στα οχτακόσια, που είναι εκδόσεις τελευταίων δεκαετιών. Ανάμεσα σ’ αυτά θα βρούμε βίους αγίων και ασκητών, πατερικά και ασκητικά κείμενα, θεολογικά και θρησκευτικά θέματα, βιογραφίες, κηρύγματα και άλλα. Τα παλιά βιβλία είναι λίγα και ανήκουν σε εκδόσεις των δύο προηγούμενων αιώνων. Σ’ αυτά ανήκουν τα Ιερά Ευαγγέλια, τα Ψαλτήρια, τα Ωρολόγια, τα Μηναία, η Παρακλητική, το Πεντηκοστάριο, τα Ευχολόγια, τα Θεοτοκάρια, οι Διατάξεις ιερών ακολουθιών, οι ακολουθίες Αγίων, τα Συναξάρια, Λόγοι Πατέρων και πολλά άλλα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν το Θεοτοκάριο και το Ψαλτήρι του Μοναχού Αγαπίου, ένα χειρόγραφο, εξομολογητάριο, η Διάταξη του Ιεοροδιακόνου και Λόγοι του Ιωάννου του Χρυσοστόμου.[3] Στη Μονή επίσης φυλάσσονται χειρόγραφα, τρία του 18ου αιώνα, από τα οποία το ένα είναι σταχωμένο στο παλαίτυπο «Αγιασμάταριο Μέγα», ένα άλλο του 19ου αιώνα καθώς και δύο προθέσεις.[4] Σώζονται πολλά βιβλία που χρονολογούνται από τον 17ο, τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Αυτά είναι:
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.81.
[2] π. Ε. Απ. Καρακίτσιος, Παλαίτυπα και Ενθυμήσεις της Ι. Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου των Σταγιάδων Τρικάλων, στο Θεσσαλικό ημερολόγιο, σ.241.
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.81-83.
[4] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 365.
[5] Ε. Απ. Καρακίτσιος, ό.π.,, σ. 241-261.
Παλαίτυπα και Ενθυμήσεις[1]
Η βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Σταγιάδων απογυμνώθηκε, όπως ήδη έχει λεχθεί, στο πέρασμα των αιώνων. Όσα από τα βιβλία απόμειναν, σώζονται με τις ενθυμήσεις τους. Μέσα σ’ αυτά σώζεται η Θεία λειτουργία ερμηνευμένη από τον Πατριάρχη Κων/πολεως Γερμανό, ενώ οι ενθυμήσεις που σώζονται αναφέρουν στο ένα φύλλο, ένα ανδρικό κι ένα γυναικείο όνομα και στο άλλο, τον τόπο προέλευσης του βιβλίου, που αναφέρεται ότι είναι η μονή των Αγίων Αποστόλων.
Ένα ακόμη βιβλίο που σώζεται είναι το Συνταγμάτιο με τη χρονολογία 1862, ενώ στο δεύτερο φύλλο υπάρχει η ενθύμηση του παπα-Διονύσιου με την ημερομηνία γέννησής του, 18 Απριλίου 1847, καθώς και την ημερομηνία που έγινε διάκονος. Τελειώνει με την κατάρα σε όποιον θελήσει να κλέψει το βιβλίο, πράγμα το οποίο συνήθιζαν ως αποτρεπτικό της κλοπής ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Στο Θεοτοκάριο υπάρχει η ενθύμηση από τον Ιερομόναχο Άνθιμο, η οποία αναφέρει ότι προέρχεται από το ναό των Αγίων Αποστόλων.
Στο Νέο Κλίμακα αναφέρεται το έτος 1868 και ο μήνας Απρίλιος, ημερομηνία κατά την οποία χειροτονήθηκε ο παπα-Διονύσιος, ενώ στο δεύτερο φύλλο υπάρχει μια ενθύμηση που αναφέρει ότι το βιβλίο αυτό ανήκει στην Ιερά Μονή Σταγιάδων από το 1695 όταν ηγούμενος ήταν ο Παρθένιος.
Ο Αρχιερατικός, ο οποίος έχει τη λειτουργία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου υπάρχει η ενθύμηση από τον επίσκοπο Τρίκκης, Γαβριήλ ότι είναι δωρεά από τον επίσκοπο Δυρραχίου που χρονολογείται το 1808. Στη μερική διάγνωση εκ των παλαιών Φιλοσόφων υπάρχει η ενθύμηση για τον αδελφό Ιάκωβο ότι πέθανε στις 20 Αυγούστου του 1782.
Στο Μέγα Ευχολόγιο υπάρχουν αρκετές ενθυμήσεις από το Νικόλαο Σάρρο, σύμφωνα με τις οποίες αναφέρεται ότι το ευχολόγιο είναι βακουφικό καθώς και το έτος που το πήρε. Υπάρχει και μια δεύτερη ενθύμηση που αναφέρεται στη χειροτονία του παπα-Διονύση στις 21 Απριλίου του 1868. Σ’ ένα σταχτωμένο χαρτί αναφέρεται η ενθύμηση από της 4 Μαρτίου 1832 που χειροτονήθηκε ο παπα-Χριστόφορο, ενώ οι ενθυμήσεις που υπάρχουν μας πληροφορούν ότι το Ευχολόγιο εκδόθηκε το 1754.
Σ’ ένα άλλο βιβλίο, που ονομάζεται «αμαρτωλών σωτηρία» και έχει γραφτεί σε απλά ελληνικά από το μοναχό Αγάπιο, υπάρχει η ενθύμηση: «Εν Οξυνεία τη, Αναγνώστης Πούλιος, βιβλίον Μονής». Στο εσωτερικό έχουν γραφτεί πληροφορίες που αφορούν οικονομικά θέματα της Μονής. Με τα γράμματα του παπα-Διονύση γράφεται ότι τα 35 πρόβατα κόστιζαν 1265 γρόσια, ενώ τα 600, 13.800 γρόσια.
Στην Παρακλητική υπάρχει ενθύμηση να μνημονευθεί το όνομα του νεκρού Κων/νου, ενώ στο τελευταίο φύλλο υπάρχουν οι ενθυμήσεις από τον ίδιο τον Κων/νο για την ημέρα που είχε πάει στο μοναστήρι, ο οποίος έμεινε εκεί για δύο χρόνια δόκιμος στη μονή. Μια άλλη ενθύμηση που γράφτηκε από τον Κύριλλο αναφέρεται στο θάνατο του Γαβριήλ, αρχιερέα της Μονής.
Στο κατηχητικό του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη αναγράφεται ότι αγοράστηκε από τον παπα-Χρηστόφορο μαζί με το θησαυρό του Δαμασκηνού και αναφέρεται η κατάρα ότι όποιος τα πάρει από την Παναγία να έχει την κατάρα του. Άλλη ενθύμηση ανήκει στον παπα-Διονύση, που αναφέρει ότι την κατήχηση αυτή αγόρασε ο παπα-Χριστόφορος και την αφιέρωσε στη Μονή του Στουδίου από το 1868, έτος που αυτός χειροτονήθηκε παπάς.
Στο τυπικό της εκκλησιαστικής ακολουθίας σώζονται τρεις ενθυμήσεις για τους νεότερους μοναχούς, στις οποίες αναγράφεται ότι τα βιβλία βρέθηκαν στο μοναστήρι της Θεοτόκου που είναι στο χωριό Παναγία της Καλαμπάκας. Στο κολλημένο εσώφυλλο του οπισθόφυλλου μνημονεύονται τα χρήματα που δόθηκαν και στη δεύτερη ενθύμηση του οπισθόφυλλου γίνεται αναφορά σε επιθέσεις ληστών.
Στις διδαχές της Αγίας και Μεγάλης τεσσαρακοστής του Ηλία Μηνιάτη υπάρχει ενθύμηση του παπα-Διονύση, που αναφέρει ότι το βιβλίο ανήκει στη Μονή Στουδίου, ενώ καταριέται όποιον θελήσει να το κλέψει.
Στην ακολουθία του Αγίου Βασιλείου και μεγαλομάρτυρα Ιωάννη του Βλαδίμηρου και θαυματουργού υπάρχει η ενθύμηση που αναφέρει ότι το βιβλίο αυτό προέρχεται από την Ιερή μονή της Αγίας Τριάδας και καταριέται επίσης όποιον θελήσει να το πάρει.
Στο Πεντηκοστάριο αναφέρεται ότι το βιβλίο ανήκει στην εκκλησία της Παναγίας στις Σταγιάδες γι’ αυτό και όποιος το καταστρέψει θα τιμωρηθεί. Σε άλλα σημεία μνημονεύονται ονόματα ηγουμένων της μονής Σταγιάδων, ενώ υπάρχει ενθύμηση του Μητροπολίτη Σταγών κ. Μελετίου με ημερομηνία Καλαμπάκα 1891. Με άλλο χέρι είναι γραμμένο το: «αιωνία η μνήμη αυτού» καθώς και υπογραφή από τον Πούλιο με ημερομηνία 1933.
Στους λόγους του Χρυσοστόμου αναφέρεται η ενθύμηση για τον κτήτορα του βιβλίου, ο οποίος ήταν λόγιος.
Στο Κυριακοδρόμιο, ένα βιβλίο που είχε συγκεντρωθεί από τον μοναχό Αγάπιο, και περιλαμβάνει εκκλησιαστικούς λόγους του Ιωάσαφ υπάρχουν ενθυμήσεις που αναφέρουν τον τόπο προέλευσης του βιβλίου. Σύμφωνα με ενθύμηση, που έχει γραφτεί από τον Κύριο Αναστάσιο Ζωσιμά, γράφεται ότι το βιβλίο έχει φτάσει στη Μονή από το Ναό των Αγίων Αποστόλων καθώς και ότι ανήκει στη Μονή Στουδίου. Υπάρχει σχετική ενθύμηση με τη χρονολογία έκδοσης, από την οποία συμπεραίνουμε ότι πρέπει να εκδόθηκε το 1779. Σε άλλη ενθύμηση αναφέρονται οι εργασίες που έκαναν οι μοναχοί. Το Κυριακοδρόμιο επίσης περιλαμβάνει ενθύμηση από τον Παύλο Σχοινά μαθητή β΄ Γυμνασίου, που είχε επισκεφθεί τη Μονή.
Η ακολουθία του Αγίου Σπυρίδωνα φαίνεται ότι είναι δωρεά από τον μοναχό Παϊσιο. Στην ακολουθία των Αγίου Αθανασίου και Κυρίλλου υπάρχει η ενθύμηση ότι το βιβλίο προέρχεται από το μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων.
Στα συναξάρια του Τριωδίου αναφέρεται ότι ανήκουν στην Παναγία Σταγιάδων.
Τα αδολέσχια αναφέρουν το όνομα του Πάτερ Καλλίνικου που ήταν ηγούμενος της Μονής.
Στο βιβλίο που ονομάζεται νέος Θησαυρός υπάρχει η ενθύμηση ότι αγοράστηκε από τον παπα-Χριστόφορο για να ανήκουν στο μοναστήρι. Η καλοκαιρινή βίβλος που περιέχει βίους αγίων αναφέρει σε ενθύμηση ότι προέρχεται από το μοναστήρι Σταγιάδων και βρίσκεται στα χέρια του παπα-Διονυσίου.
Στη γραμματική του Κων/νου Λάσκαρη αναφέρεται από τον Βησάριο ο αριθμός των αρνιών που υπάρχουν στη μονή το 1863.
Στην ακολουθία του Οσίου Γερασίμου υπάρχει η ενθύμηση ότι η ακολουθία τυπώθηκε από τον ίδιο τον όσιο Γεράσιμο και αφιερώθηκε στη μονή Σταγιάδων. Στην ορθόδοξη διδασκαλία υπάρχει η ενθύμηση ενός δασκάλου, η οποία γράφτηκε το 1867 στο χωριό Σπήλαιο των Γρεβενών.
Ο Θησαυρός του Δαμασκηνού αναφέρει την ημερομηνία 1813 και αναφέρει σταυρούς, άγια λείψανα του Αγίου Χριστόφορου, κομμάτια περιζόνια και την παλιά πλάκα από τα άγια λείψανα.
Στο Θείο και Ιερό Ευαγγέλιο, σταχωμένο το 1850, υπάρχει η ενθύμηση ότι δέθηκε από τον ταπεινό και ανάξιο δούλο Γεώργιο Αναγνώστη.
Η κλίμακα του Ιωάννη Σιναϊτη περιλαμβάνει ενθυμήσεις του ίδιου που ζητά από τους ανθρώπους να παρακαλέσουν για τη σωτηρία του.
Υπάρχει επίσης ένα ευαγγέλιο, το οποίο περιέχει ερμηνεία των περικοπών του κατά Λουκά και κατά Ιωάννη ευαγγελίου. Αυτό έχει δύο ενθυμήσεις. Στην πρώτη αναφέρεται ότι προέρχεται από τη Μονή της Παναγίας Χρυσίνου πράγμα το οποίο αναφέρεται και στη δεύτερη ενθύμηση, που είναι και νεώτερη, ενώ συμπληρώνεται και με την κατάρα προς όποιον θελήσει να το κλέψει.
Σ’ ένα Τριώδιο, που έχει διορθωθεί από τον Βαρθολομαίο Κουλτουμουσιανό, υπάρχει ενθύμηση με την ημερομηνία που χειροτονήθηκε ο παπα-Διονύσιος, ενώ υπάρχει κι ένα κείμενο του Καρτέσιου.
Στην ακολουθία της Μεγαλομάρτυρος Ευφυμίας αναφέρεται πότε ψάλλεται η ακολουθία της και στη συνέχεια στο εσωτερικό αναφέρεται ο τότε ηγούμενος Δωρόθεος Μπίκος. Στις θείες λειτουργίες του Ιωάννου Χρυσοστόμου και Βασιλείου του Μεγάλου αναφέρονται τα ονόματα του Αρχιερέα Ιωακείμ, του Ιερέα Δημητρίου και της πρεσβυτέρας Αικατερίνης.
Ενθυμήσεις υπάρχουν και στα μηνιαία. Στα Μηνιαία του Αυγούστου, του Σεπτεμβρίου, του Μαΐου και του Φεβρουαρίου υπάρχουν σημειώματα του ιερομόναχου Διονυσίου για αγορά βακουφίων. Το 1895 ο ιερομόναχος Αμβρόσιος έδεσε Μηναίο Μαΐου, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1880 και έγραψε σ’ αυτό σχετική ενθύμηση. Σήμερα φυλάσσεται στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο χωριό Θεοτόκος της Καλαμπάκας.[2] Στο Μηνιαίο του Απριλίου γράφει ο ιερομόναχος Διονύσιος για την χειροτόνησή του. Στο Μηνιαίο του Ιανουαρίου γράφει ο ίδιος αλλά και ένας στρατιώτης μάλλον με το όνομα Γεώργιος. Στο Μηνιαίο του Νοεμβρίου υπάρχει άλλη μια ενθύμηση του Διονυσίου, όπως και στα Μηνιαία του Ιουνίου και του Ιουλίου, όπου ο Διονύσιος γράφει για βακούφια, τα οποία αγοράσθηκαν. Στο Μηνιαίο του Ιουλίου γράφει και ο Μητροπολίτης Σταγών κ. Μελετίου. Τέλος στα Μηνιαία του Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου γράφει ο Διονύσιος με χρονολογία 1874.
Στο Ωρολόγιο, στο εσωτερικό του εξώφυλλο, που είναι σταχωμένο με άλλο παλιό δερματόδετο βιβλίο, είναι γραμμένα με μολύβι το όνομα Πέτρος Μανόλης Τσιτάμης, που ήταν ένας από τους έξι μαθητές στο δάσκαλο Αθανάσιο Μπατσιδήμα, στο σχολείο που λειτουργούσε στη Μονή Σταγιάδων. Υπάρχει και δεύτερη ενθύμηση από τον Ιωάννη Μάη, τον μετέπειτα μοναχό Χριστόφορο της Μονής Σιαμάδων καθώς και άλλων. Επίσης αναγράφεται ενθύμηση από την επίσκεψη και διαμονή στη Μονή Σταγιάδων κάποιου επισκέπτη, ενώ στο τελευταίο εξώφυλλο είναι γραμμένα το απολυτίκιο και το κοντάκιο του Γρηγορίου του Διαλόγου της Ρώμης του προέδρου μυσταγωγού.
Σε μια γραμματική της Γαλλικής γλώσσας σώζεται η ενθύμηση του Χρήστου Ταμβακόπουλου.
Σημαντική ίσως παρατήρηση αποτελεί το γεγονός ότι όλες οι ενθυμήσεις είναι γραμμένες από αγράμματους ανθρώπους.
[1] Ε. Απ. Καρακίτσιος, ό.π., σ. 241-261.
[2] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 364.
Τα Μετόχια της Μονής
Μετόχια ονομάζονται απομακρυσμένα κτήματα που ανήκαν σε μοναστήρια. Σύμφωνα με το νόμο του 1933 ένα μετόχι για να λειτουργήσει μόνο του έπρεπε να έχει περισσότερους από τέσσερις μοναχούς. Σε διαφορετική περίπτωση συγχωνευόταν με άλλα. Τέτοια μετόχια που ανήκουν στην Ιερά Μονή Σταγιάδων υπάρχουν αρκετά. Όλα χρονολογούνται στο 19ο αιώνα.
Στο χωριό Σταγιάδες τριακόσια μέτρα από τη μονή και συγκεκριμένα δίπλα από το ναό του χωριού υπάρχει ένας παλαιότερος ναός αφιερωμένος στην Παναγία, ο οποίος αποτελεί μετόχι της Μονής Σταγιάδων, που χτίστηκε από τον ηγούμενο Παρθένιο. Είναι λιθόκτιστος ναός και από μια επιγραφή που σώζεται καταλαβαίνουμε ότι χτίστηκε το 1871.[1]
Ένα άλλο μετόχι της Μονής Σταγιάδων ήταν η ιερά Μονή των Αγίων Αποστόλων, η οποία βρίσκεται στο χωριό Κλεινός της Καλαμπάκας. Ήταν γνωστό με το όνομα Σταγιδίνι.
Ένα μοναστήρι, το οποίο αποτέλεσε μετόχι της Ιεράς Μονής Σταγιάδων ήταν η Μονή της Παναγίας του Χρυσίνου που βρίσκεται στην περιοχή Μπουζάνια του χωριού Κλεινού στην περιοχή της Καλαμπάκας. Αυτό το 1916 συγχωνεύτηκε με τη μονή Σιαμάδων της Καστανιάς. Το 1932 καθώς και το 1952 το μοναστήρι αναφέρεται ως μετόχι της Μονής Σταγιάδων.[2]
Στα μετόχια της Μονής θεωρούνται ότι ανήκουν επίσης το μοναστήρι του Αποστόλου Ιωάννη, του Αγίου Νικολάου Σιαμάδων της Δυτικής Καστανιάς και η Ιερά Μονή Ταξιαρχών Γλυκομηλέας.[3]
Τρία μονύδρια της Παναγίας αναφέρονται ως μετόχια της Μονής Σταγιάδων, η Ιερά Μονή Παναγίας Δούπιανης, η Παναγία Κουτσούφιαννης ή Λιμποχόβου και η Παναγία του Ασπροποτάμου, η επονομαζόμενη Άσπρη Εκκλησιά. Παλαιότερη πληροφορία που μας σώζεται για τα τρία αυτά μοναστήρια βρίσκεται σε ένα έγγραφο του 14ου αιώνα, το χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου, με το οποίο παραχωρήθηκαν στη Μονή Σταγιάδων και αναφέρονται ως μετόχια της «αγιωτάτης επισκοπής». Η αναφορά στην Παναγία της Δούπιανης ήταν η παλιότερη αναφορά καθώς χρονολογείται τον 12ο ή 13ο αιώνα.[4]
Τέλος, ως μετόχια αναφέρονται ο Άγιος Νικόλαος, ο επονομαζόμενος Κνίνος και ένας άλλος Άγιος Νικόλαος που ονομαζόταν Πέτρα. Αυτά τα δύο μετόχια μνημονεύονται για πρώτη φορά σε ένα γράμμα που έστειλε ο έπαρχος Μιχαήλ Μονομάχος, με το οποίο τα παραχώρησε στην επισκοπή Σταγών. Αναφορά γίνεται και στα μετόχια της Παναγίας Δούπιανης, στην Παναγία Κουτσούφιαννης ή Λιμποχόβου και στην Παναγία του Ασπροποτάμου, ή Άσπρη Εκκλησιά.[5]
[1] Ε. Καρακίτσιος, ό.π., σ.263.
[2] Δ. Καλούσιος, Η Μονή της Παναγίας του Χρυσίνου στον Κλεινό της Καλαμπάκας, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 15, στο Ε. Καρακίτσιος, Παλαίτυπα και Ενθυμήσεις της Ι. Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, σ. 255.
[3] Ε. Καρακίτσιος, ό,π., σ.260.
[4] Δ. Σοφιανός, ό,π., σ.29.
[5] Δ. Σοφιανός, ό,π., σ.56.
Παράδοση, Πολιτισμός και ιστορία
Η Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, γνωστή ως Μονή Σταγιάδων, όπως ήδη έχει λεχθεί, ανήκει στη Μητρόπολη Σταγών και Μετεώρων.[1] Η επισκοπή Σταγών είναι μια από τις παλαιότερες και γνωστότερες εκκλησιαστικές περιοχές του θεσσαλικού χώρου και αναφέρεται σταθερά μ’ αυτή την ονομασία από τον Θ΄ αιώνα και μετά.[2]
Όπως ήδη αναφέρθηκε είναι μια ιστορική μονή και η πορεία της στους αιώνες συμβαδίζει με την προσφορά του μοναχισμού στον ελληνισμό. Όπως όλος ο μοναστικός κόσμος, έτσι και το μοναστήρι των Σταγιάδων έχει μείνει γνωστό στην ιστορία για την προσφορά του στο έθνος.
Ο μοναχισμός εμφανίστηκε στο χριστιανικό κόσμο τον 4ο αιώνα και η προσφορά του ήταν μεγάλη. Μεγάλη είναι η επίδραση που έχουν ασκήσει τα μοναστήρια με την υμνογραφία και τη διάσωση της νεοελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς. Στη νεοελληνική ζωγραφική για παράδειγμα εντοπίζονται στοιχεία της βυζαντινής αγιογραφικής παράδοσης, ενώ η ποίηση αντλεί στοιχεία από την εκκλησιαστική υμνογραφία. Αυτή η προσφορά του μοναχισμού ώθησε τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος να μιλήσει για επιστροφή της ελληνικής παιδείας στις ρίζες της.[3]
Από παλιότερα υπάρχουν μαρτυρίες για χριστιανούς, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τα εγκόσμια και ζούσαν μια ασκητική ζωή, αποτελώντας υπόδειγμα για όλους τους χριστιανούς. Είναι γνωστό ότι οι μοναχοί και οι μοναχές δεν περιορίζονταν μόνο στα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα. Πολλοί απ’ αυτούς, καθώς ήταν λόγιοι και μορφωμένοι, ασχολούνταν με την αντιγραφή και την καλλιγράφηση χειρογράφων που έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Αλλά και στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής δουλείας οι μοναχοί κράτησαν άσβεστη τη φλόγα για την ελευθερία και την εθνική αναγέννηση. Γνωστός είναι και ο ρόλος των μοναχών κατά τον καιρό της Τουρκοκρατίας, όταν ανέλαβαν να μάθουν τα παιδιά των υπόδουλων γράμματα, συντηρώντας άσβηστο τον πόθο για λευτεριά και εθνική αναγέννηση.[4] Επίσης διέθεταν χωρίς κανέναν υπολογισμό ό,τι μπορούσαν, υλικά αγαθά, ηθική και πνευματική υποστήριξη και το αίμα τους ακόμα αν χρειαζόταν. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της προσφοράς του μοναχισμού εντάσσονται και οι μοναχοί της Ιερά Μονής Σταγιάδων.
Η Μονή είναι φορτωμένη με τις μνήμες και τις περιπέτειες του πολύχρονου και πολύπαθου ιστορικού της παρελθόντος. Σήμερα είναι ανανεωμένη με τη σημερινή δραστήρια και φιλόθεη γυναικεία αδελφότητα που την αποτελεί, η οποία συνεχίζει την αταλάντευτη για αιώνες αίγλη και ακτινοβολία της στη γύρω περιοχή. Η ιστορία του μοναστηριού χάνεται στα βάθη των αιώνων και καλύπτεται από τους θρύλους και τις παραδόσεις.[5]
[1] Τρ. Δ. Παπαζήσης, Πολιτιστικός Τουριστικός Οδηγός Επαρχίας Καλαμπάκας, στο Τρικαλινό Ημερολόγιο 1997-1998, Τρίκαλα, 1997, σ. 363
[2] Δ. Σοφιανός, Acta Stagorum, τα υπέρ της Θεσσαλικής επισκοπής Σταγών παλαιά βυζαντινά έγγραφα, στο περιοδικό Τρικαλινά, Τρίκαλα, 1993, σ.7
[3] Προεδρική διαφωνία, Από τον εορτασμό των 1000 χρόνων το 2004 μX., στο www.ecclesia.gr/greek/holysynod/comitees/monastic/moni_stagiadom.html, 2006
[4] Δ. Σοφιανός, Ο Ορθόδοξος μοναχισμός και η Ιερά Μονή Σταγιάδων, στο Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 2005, σ.53.
[5] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
Η πορεία της Μονής ανά τους αιώνες. Θρύλος και πραγματικότητα
Η προέλευση του ονόματος
Η ιστορική μονή Σταγών βρίσκεται κοντά στην ομώνυμη πόλη. Για την ακριβή θέση της μεσαιωνικής πόλης των Σταγών υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, οι Σταγοί αποτελούν τη συνέχεια της αρχαίας πόλης Αιγινίου. Το Αιγίνιο βρισκόταν στα στενά που ενώνουν τη Θεσσαλία με την Ήπειρο και τη Μακεδονία, γι’ αυτό είχε στρατηγική σημασία. Μετά τη μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ., με την οποία καταλύθηκε το Μακεδονικό κράτος και υποτάχθηκε στους Ρωμαίους, το Αιγίνιο αρνήθηκε την υποταγή στο Ρωμαίο ύπατο Παύλο Αιμίλιο, ο οποίος όμως το κατέλαβε με τη βία και το λεηλάτησε. Τη ζωή του αρχαίου Αιγινίου συνέχισε η κωμόπολη των Σταγών. Ακόμη παραμένει άγνωστο πότε η πόλη του Αιγινίου μετονομάστηκε σε Σταγούς. Πιθανότατα όμως αυτό έγινε πριν τον Θ΄ αιώνα.[1]
Άγνωστη παραμένει η ετυμολογία του ονόματος Σταγοί. Υπάρχουν διάφορες απόψεις για την προέλευση του ονόματος. Σύμφωνα με τον Γάλλο λόγιο και αρχαιόφιλο Fr. Pouqueville η λέξη Σταγοί προέρχεται από την αιτιατική του πληθυντικού του επιθέτου άγιος μαζί με την πρόθεση εις. (εις τους αγίους → στους αγίους → στ’ αγίους → σταγούς) Από την αιτιατική αυτή προέρχεται η ονομαστική πληθυντικού Σταγοί. Θέλοντας να δικαιολογήσει την άποψή του υποστήριξε ότι στα κοιλώματα των βράχων των Μετεώρων ζούσαν κάποιοι ασκητές όσιοι, τους οποίους ο λαός ονόμαζε αγίους. Η άποψη αυτή, ανεξάρτητα από την ορθότητα του γραμματικού σχηματισμού δεν επιβεβαιώνεται με μαρτυρίες.[2]
Μια άλλη άποψη υποστηρίζεται από τον αρχιμανδρίτη Πορφύριο, ο οποίος επιχειρώντας να εξηγήσει το όνομα Σταγοί, το συσχετίζει χωρίς να το εξηγεί με τις ομόηχες λέξεις: στάζω, σταγών, στάγμα.[3]
Μια τρίτη εκδοχή υποστηρίζεται από τον βυζαντινολόγο καθηγητή Ιωάννη Βογιατζίδη, ο οποίος θεωρεί ότι η ονομασία προέρχεται από τη λέξη σταγός – σιταγωγός, η οποία χρησιμοποιείται στην Εύβοια και σημαίνει θημωνιά σταριού ή μέρος του αλωνιού που τοποθετείται η θημωνιά.[4]
Μια ακόμη άποψη υποστηρίχτηκε από τον Θεσσαλό αρχαιολόγο-ιστορικό Ν. Γιαννόπουλο, ο οποίος θεωρεί ότι η ονομασία Σταγοί προέρχεται από τη σλαβική λέξη στάγια που σημαίνει κοίλωμα βράχου και σπηλαίου ή κελί και δωμάτιο. Κατά την άποψή του οι Σλάβοι όταν βρέθηκαν στην περιοχή τον 6ο με 7ο αιώνα, εντυπωσιάστηκαν από τα κοιλώματα των μετεωριτικών βράχων και έδωσαν στο αρχαίο Αιγίνιο το όνομα Στάγια, ενώ οι Βυζαντινοί στη συνέχεια το ελληνοποίησαν χρησιμοποιώντας το όνομα Σταγοί.[5] Η εκδοχή αυτή του ονόματος μπορεί να δικαιολογηθεί αν λάβουμε υπόψη μας ότι στα χρόνια της Σερβοκρατίας, κατά τον ΙΔ΄ αιώνα, τα Τρίκαλα ήταν διοικητικό κέντρο. Οι Σέρβοι, με την θρησκευτικότητα, την ευλάβεια και την αφοσίωση που τους διέκριναν, ενίσχυσαν το μοναχισμό των Μετεώρων, όπως και άλλων Μονών.[6] Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν μαρτυρούνται ούτε τέτοιας έκτασης σλαβικές εγκαταστάσεις ούτε μόνιμες σλαβικές εποικήσεις στην περιοχή ώστε να δικαιολογούν και να υποστηρίζουν αυτή την μετονομασία.
Κάποιοι θεωρούν ως προς το όνομα του μοναστηριού, ότι προέρχεται από την ονομασία «Σταγοί», την επαρχία στην οποία ανήκει. Το μοναστήρι των Σταγιάδων βρίσκεται στα όρια της επαρχίας Σταγών που συνορεύει με το νομό Γρεβενών και τις περιφέρειες Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Η οριακή αυτή θέση του μοναστηριού δικαιολογεί την άποψη αυτή που συσχετίζει το όνομα του μοναστηριού με την επαρχία, στην οποία βρίσκεται.[7]
Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι το Μοναστήρι πήρε το όνομά του από το ομώνυμο γειτονικό χωριό Σταγιάδες. Η άποψη αυτή ανατρέπεται καθώς ο πρώτος πυρήνας κατοίκων του χωριού δημιουργήθηκε από τις οικογένειες των εργατών της οικοδομής του μοναστηριού που ήρθαν προσωρινά από άλλα μέρη και παρέμειναν εκεί. Επίσης υπάρχει η άποψη ότι το Μοναστήρι άρχισαν να επισκέπτονται κάτοικοι γειτονικών χωριών, οι οποίοι έλεγαν μεταξύ τους τη φράση: «πάμε στ’ άγια» με την οποία εννοούσαν τα άγια χώματα της Μονής. Η επανάληψη των λέξεων στ’ άγια, έδωσε την ονομασία στο Μοναστήρι από το οποίο πήρε το όνομά του και το χωριό. [8]
Ο εκπαιδευτικός Δημήτριος Παπανίκος αναφέρει ότι πριν τον 12ο αιώνα δεν υπήρχε χωριό στην περιοχή που να φέρει το όνομα Σταγιάδες. Βρέθηκαν ευρήματα ανασκαφών από ένα χωριό που ονομαζόταν Σκιαδάρη, δυτικά του χωριού Σταγιάδες σε απόσταση ένα με δύο χιλιόμετρα από την πλατεία του χωριού. Πιθανότατα το σημερινό χωριό Σταγιάδες να ονομαζόταν Σκιαδάρη.
Τελευταία εκδοχή είναι να προέρχεται από κάποιο κύριο όνομα. Σύμφωνα με παλαιότερη χρονολογική μνεία του οικισμού υπάρχουν δύο άτομα με το όνομα Στάιος, από το οποίο προέρχεται και η ονομασία Σταγιάδες.
Γενικά όλες οι ερμηνείες που έχουν δοθεί δεν κρίνονται ικανοποιητικές και πειστικές. Έτσι εξακολουθεί να είναι αβέβαιη η ετυμολογία της ονομασίας της ιστορικής πόλης και της επισκοπής των Σταγών. Το όνομα Σταγοί όμως διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ως η επίσημη ονομασία της επισκοπής, ενώ η πόλη από τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους είχε μετονομασθεί σε Καλαμπάκα. Επίσημο τούρκικο κατάστιχο του 15ου αιώνα αναφέρει ότι υπάρχει παράλληλα η πολίχνη των Σταγών και επεξηγείται ως η περίφημη «Qualabaqqaya», όνομα που σημαίνει: ο βράχος με τις κουκούλες των μοναχών.[9] Αυτό μαρτυρεί ότι η ονομασία Καλαμπάκα χρησιμοποιείται ήδη από τα τέλη του 14ου αιώνα.
Η παλαιότερη και ασφαλέστερη αναφορά για την επισκοπή και την πόλη των Σταγών απαντάται στη Διατύπωση των Μητροπόλεων και επισκοπών του οικουμενικού θρόνου, που συντάχθηκε μεταξύ των ετών 901 και 907 όταν αυτοκράτορας ήταν ο Λέοντας ο ΣΤ΄ και Οικουμενικός Πατριάρχης ο Νικόλαος Α΄. Από τότε αναγράφεται η επισκοπή Σταγών σε όλες τις τάξεις πρωτοκαθεδρίας των μητροπόλεων του οικουμενικού θρόνου.[10]
[1] Δ. Σοφιανός, ό.π.,, σ.7.
[2] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.8.
[3] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.8.
[4] Ι.Κ.Βογιατζίδου, Το Χρονικό των Μετεώρων, ΕΕΒΣ 2, 1925, στο Δ. Σοφιανός, Acta Stagorum, τα υπέρ της Θεσσαλικής επισκοπής Σταγών παλαιά βυζαντινά έγγραφα, στο περιοδικό Τρικαλινά, Τρίκαλα, 1993, σ.8.
[5] Ν. Ι. Γιαννόπουλου, Τα Μετέωρα – Μελέτη ιστορική και τοπογραφική, Βόλος, 1926, στο Δ. Σοφιανός, Acta Stagorum, τα υπέρ της Θεσσαλικής επισκοπής Σταγών παλαιά βυζαντινά έγγραφα, στο περιοδικό Τρικαλινά, Τρίκαλα, 1993, σ. 9.
[6] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.σ. 35-36.
[7] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.σ. 36-37.
[8] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας ό.π., σ. 35.
[9] N. Beldiceanu et P.S. Nasturel, La Thesslie entre 1454/55 et 1506, Byzantion 53, 1983, στο Δ. Σοφιανός, Acta Stagorum, τα υπέρ της Θεσσαλικής επισκοπής Σταγών παλαιά βυζαντινά έγγραφα, στο περιοδικό Τρικαλινά, Τρίκαλα, 1993, σ. 9.
[10] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.σ.9-10.
Η ανέγερση της Μονής
Σώζονται πολλές προφορικές παραδόσεις που αφορούν ο χτίσιμο της Μονής Σταγιάδων. Σύμφωνα με αυτές, η Ιερά Μονή Σταγιάδων άρχισε να χτίζεται πρώτα σε ένα βράχο, κοντά στη σημερινή θέση της μονής και του χωριού, ο οποίος βρίσκεται δίπλα στη διασταύρωση του δρόμου με τον κεντρικό που οδηγεί στο χωριό και ονομαζόταν «Γκουργκούλα». [1] Εκεί στην ανεγειρόμενη οικοδομή, άγνωστο πότε, τοποθετήθηκε η εικόνα της Παναγίας. Κατά τη διάρκεια που το μοναστήρι χτιζόταν η εικόνα χάθηκε και βρέθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω σ’ ένα αγριόδενδρο. Την πήραν από εκεί και την τοποθέτησαν πάλι επάνω στο βράχο. Το γεγονός επαναλήφθηκε τρεις φορές προβληματίζοντας τους κατοίκους. Τελικά οι εργάτες κατάλαβαν ότι η Παναγία ήθελε αυτή τη θέση για να οικοδομηθεί το μοναστήρι. Έτσι έχτισαν εκεί το μοναστήρι, στη θέση που βρίσκεται σήμερα.[2]
Το μοναστήρι παρουσιάζεται ως κτίσμα των αρχών του 11ου αιώνα. Η πιο πιθανή ημερομηνία ίδρυσης είναι το 1004[3] την εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας. Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες που συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης. Για τον ακριβή ή κατά προσέγγιση χρόνο ανέγερσης της Μονής Σταγιάδων δεν έχουμε πλήρη στοιχεία, μαρτυρίες, έγγραφα ή επιγραφές. Πιθανότατα να υπήρχε κάποιο αρχειακό υλικό, το οποίο να αφορούσε έμμεσα ή άμεσα την οικοδόμηση του μοναστηριού, το οποίο όμως δεν σώζεται σήμερα. Οι δύσκολες συνθήκες, οι περιστάσεις και οι ανωμαλίες των καιρών, αρπαγές και καταστρεπτικές πυρκαγιές δεν επέτρεψαν τη διάσωση τέτοιου εγγράφου. Μοναδική πηγή για το έτος ανέγερσης της Μονής αποτελεί το βιβλίο του αείμνηστου Μητροπολίτη κυρού Διονυσίου.[4] Εκεί αναφέρεται σε ένα έγγραφο που χρονολογείται το 1860, του οποίου αντίγραφο φυλάσσεται στο αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών. Το έγγραφο περιλαμβάνει αναφορά του τότε ηγουμένου παπα-Χριστόφορου, του ιερομόναχου Μελετίου και των μοναχών Άνθιμου και Γρηγορίου που απευθύνεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη Κων/πολεως και στην Ιερά Σύνοδο όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται το έτος κτίσης του μοναστηριού: «Το ιερόν τούτο Μοναστήριον τεθεμελίωται υπό των αοιδίμων κτιτόρων κατά το σωτήριον έτος 1004»[5] Η χρονολογία οφείλεται είτε σε συνεχή προφορική παράδοση είτε σε κάποιο παλιό έγγραφο που σωζόταν τότε στη μονή, στο οποίο βασίστηκε ο παπα-Χριστόφορος. Το ίδιο έτος ανέγερσης αναφέρεται και σε μια έκθεση του αείμνηστου Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών κυρού Πολυκάρπου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατά την άποψη του καθηγητή Νικόλαου Βέη, η μονή Σταγιάδων είναι η αρχαιότερη από τα μοναστήρια που βρίσκονται στα Μετέωρα.[6]
Το 1904 γίνεται η ανακαίνιση του καθολικού του μοναστηριού που τελείωσε δύο χρόνια μετά. Αυτό βεβαιώνει και η ανάγλυφη χρονολογία στο υπέρθυρο της εισόδου.[7] Το 1959, όταν Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών έγινε ο μακαριστός Διονύσιος άρχισαν εργασίες στο μοναστήρι ώστε να σωθεί από την ολοκληρωτική καταστροφή, που είχε υποστεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Τότε ανεγέρθηκε η βόρεια πλευρά του μοναστηριού ενώ επισκευάστηκαν τα υπόλοιπα κτίσματα, όπως ο ιερός ναός και το αρχαίο μαγειρείο με τον τρούλο. Παρά όμως τις επισκευές δεν επιτεύχθηκε η επάνδρωση του μοναστηριού. Έτσι το μοναστήρι μετατράπηκε σε γυναικείο του 1968.[8]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 33,34.
[2] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
[3] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 364.
[4] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 37.
[5] Δ. Σοφιανός ό.π., σ.53
[6] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 37.
[7] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 365.
[8]Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 105.
Οι κτίτορες του μοναστηριού
Για τους κτίτορες του μοναστηριού δεν έχουμε σαφή στοιχεία. Στα Δίπτυχα του τοίχου της Πρόθεσης του καθολικού είναι σημειωμένα τα ονόματα των Ιερομονάχων Παϊσίου, Δανιήλ, Χριστόφορου, Ευγένιου, Μελέτιου, Ιωακείμ, Σεραφείμ, Παρθένιου, Γρηγορίου και Κυρίλλου χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται ότι όλοι αυτοί ήταν κτίτορες του μοναστηριού. Το γεγονός μάλιστα ότι η σημερινή τοιχογραφία του κυρίως ναού είναι δεύτερη και μάλιστα νεώτερων χρόνων δεν αφήνει περιθώρια να δεχτούμε ότι στα ονόματα αυτά αναφέρονται και ονόματα κτιτόρων. Άλλωστε τα ονόματα Δανιήλ και Χριστόφορος αναφέρονται και στην επιγραφή του πρόναου ως άτομα που βοήθησαν στην αγιογράφηση του μοναστηριού.[1]
Ιστορικά έγγραφα
Πολλά παλιά επίσημα έγγραφα, της μεσοβυζαντινής και υστεροβυζαντινής εποχής, έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Αποτελούν πολύτιμες πηγές για την πρώιμη ιστορία της επισκοπής ενώ παράλληλα προσφέρουν πλούσιο υλικό για τα τοπωνυμία της περιοχής και τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Στα έγγραφα αυτά καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια τα χωριά της επισκοπής, τα κτήματά της και άλλα περιουσιακά στοιχεία, τα μονύδρια και οι εκκλησίες που ανήκουν σ’ αυτήν, ακόμη και οι άνθρωποι που την υπηρετούν και της ανήκουν. Η έκδοση τόσων επίσημων εγγράφων αποδεικνύουν τις ποικίλες δραστηριότητες και το ζήλο των ιερομονάχων.[2] Τα παλαιά αυτά έγγραφα της μονής Σταγιάδων ονομάστηκαν από τον καθηγητή Νικόλαο Βέη με τον όρο acta stagorum για να δηλώσει τη μεγάλη σημασία τους για την ιστορική της πορεία.
Από τα έγγραφα αυτά μας έχουν σωθεί τρία. Το πρώτο είναι μια «διάγνωση» δηλαδή ένα αναλυτικό πρακτικό καταγραφής, που χρονολογείται το 1163 και έγινε κατ’ απαίτηση του τότε επισκόπου Σταγών, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός. Το δεύτερο είναι ένα χρυσόβουλλο του έτους 1336 του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου και το τρίτο είναι ένα σιγιλλιώδες γράμμα του 1393 του Οικουμενικού Πατριάρχη Αντωνίου Δ΄.[3]
Το πρωτότυπο του εγγράφου του 1163 κατά το μεγαλύτερο μέρος του σώζεται σήμερα στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, ενώ η συνέχεια και το τέλος του μαζί με τις υπογραφές των βασιλικών αναγραφέων και τη χρονολογία του βρίσκεται στο Παρίσι.[4] Στη Μονή Βαρλαάμ σώζεται και το πρωτότυπο του πατριαρχικού γράμματος. Η μεταφορά και διάσωση των δύο αυτών εγγράφων της επισκοπής Σταγών στη Μονή Βαρλαάμ οφείλεται στο λόγιο και φιλίστορα επίσκοπο Σταγών Παρθένιο, ο οποίος υπήρξε αδελφός της Μονής Βαρλαάμ, στην οποία δώρισε την πολύτιμη βιβλιοθήκη και τα αρχεία του.[5]
Το σιγιλλιώδες γράμμα και το χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου έχουν αντιγραφεί στο βορινό τμήμα της λιτής του παλαιού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Καλαμπάκας. Η επιλογή να αντιγραφούν τα έγγραφα αυτά σε επίσημο και εμφανές σημείο αποκαλύπτει ότι τα δύο αυτά έγγραφα αποτελούν αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του παρελθόντος και της ιστορίας και κατοχυρώνουν τα απαράγραπτα δίκαια και προνόμια της ιστορικής επισκοπής.[6] Η αντιγραφή έγινε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, όταν έγιναν οι μεγάλες ανακαινίσεις και μετασκευές του κτιρίου της εκκλησίας και η ολοκλήρωση της τοιχογράφησής της το 1573 από το μοναχό Νεόφυτο. Ο αντιγραφέας θα πρέπει να ήταν κάποιος ολιγογράμματος ζωγράφος, όπως δείχνει το πλήθος των λαθών που υπάρχει στο κείμενο.[7]
Το σωζόμενο τμήμα του εγγράφου του 1163 αποτελείται από τέσσερα κομμάτια σε πολύ κακή κατάσταση από την υγρασία και το χρόνο, ενώ ένας αριθμός στίχων που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια, έχει χαθεί.[8] Πρόκειται για ένα πρακτικό που συντάχθηκε από τον Ιωάννη Αθανασόπουλο και το Θεόδωρο Π και αποτελεί μια λεπτομερή αναγραφή, επανεξέταση, αναθεώρηση και κατοχύρωση των δικαίων, των ορίων και των κτήσεων της επισκοπής Σταγών. Αναφέρει τον αριθμό των κληρικοπαροίκων και καθορίζει τα όρια των περιοχών που ανήκουν στην επισκοπή Σταγών.[9] Μνημονεύονται επίσης διάφορα παλαιγενή γράμματα, αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, ορισμοί και προστάγματα, καθώς και προγενέστερα πρακτικά, που έχουν εκδοθεί. Κάποια απ’ αυτά αναφέρονται στην επισκοπή Σταγών και κάποια άλλα και σε άλλες επισκοπές του κράτους.[10]
Στο χρυσόβουλο του Αδρόνικου Γ΄ γίνεται αναφορά σε παλαιότερα χρυσόβουλλα, τα οποία κατοχύρωναν τα δίκαια της επισκοπής. Παρουσίαζαν επίσης επικυρωτικό παλαιότερων εγγράφων, σιγίλλια και πρακτικά άλλων αναγραφέων που απάλλασσαν από κάθε οικονομική και φορολογική επιβάρυνση κάθε τι που ανήκε στη μονή. Επίσης παρουσιάζεται σε περίληψη το πρακτικό του Μανασσή, το οποίο έχει παραναγνωστεί από διάφορους αναγραφείς και μας σώζεται με διάφορα ονόματα όπως, Μανούσης, Μανσελής ή και Μανσής. Με το χρυσόβουλλο του 1336 επικυρώνεται και επιβεβαιώνεται το πρακτικό αυτό που ανέφερε και κατοχύρωνε τα δίκαια, τα όρια και τις κτήσεις της επισκοπής Σταγών. Μετά την έκθεση των στοιχείων της Μονής ακολουθεί η απόφαση του αυτοκράτορα να επικυρώσει όλα όσα κατείχε η επισκοπή Σταγών με βάση προγενέστερους επίσημους τίτλους ιδιοκτησίας.[11]
Στο οικουμενικό σιγίλλιο, το οποίο έχει υποστεί αρκετές φθορές, μνημονεύονται δύο γράμματα του έπαρχου Μιχαήλ Μονομάχου. Με το πρώτο γράμμα παραχώρησε τα χωριά Κουβέλτζι και Χιλιόμοδο. Με το δεύτερο γράμμα παραχώρησε πέντε μονύδρια της περιοχής ως μετόχια στην επισκοπή Σταγών. Το σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριάρχη επικυρώνει τις δύο παραχωρήσεις του Μονομάχου. Επίσης μνημονεύονται τα βασιλικά προστάγματα και χρυσόβουλλα υπέρ της Μονής. Αναφέρονται ονομαστικά χωριά και περιοχές και κατοχυρώνονται τα όρια της επισκοπής Σταγών. Το σιγίλλιο έχει εκδοθεί τρεις φορές κατά το 19ο αιώνα.[12]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 38.
[2] Δ. Σοφιανός ό.π., σ.9.
[3] Δ. Σοφιανός ό.π,, σ.10-11.
[4] Δ. Σοφιανός, ό.π,, σ.12.
[5] Δ. Σοφιανός, ό.π,, σ.11.
[6] Δ. Σοφιανός ό.π., σ.11.
[7] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.27-28.
[8] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.12.
[9] Δ. Σοφιανός, ό.π,, σ.16-17.
[10] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.σ.19-20.
[11] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.31.
[12] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.57.
Τα κειμήλια της Μονής
Το μοναστήρι των Σταγιάδων άλλοτε ήταν πλούσιο σε κειμήλια. Πολλά απ’ αυτά λεηλατήθηκαν από ξένα στρατεύματα ή καταστράφηκαν από τις πυρκαγιές. Σχετική μαρτυρία αποτελεί το έγγραφο που έστειλε το 1917 το ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής στην Ιερά Μητρόπολη. Αναφέρεται σ’ αυτό ότι μαροκινοί στρατιώτες που υπηρετούσαν στο γαλλικό στρατό αφαίρεσαν από το μοναστήρι πολλά αντικείμενα μεγάλης αξίας. Για τη δράση των γάλλων στρατιωτών υπάρχει μια παράδοση που αφορά τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.[1] Εκεί, όπως αναφέρεται και από προφορική μαρτυρία, ένας ο Γάλλος στρατιωτικός εντυπωσιάστηκε από την εικόνα της της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία που είχε δημιουργηθεί από τον Ευαγγελιστή Λουκά και ήταν ντυμένη με επάργυρη επένδυση και έφερε την ένδειξη Ι.Μ.ΣΤ. Ο Γάλλος στρατιωτικός διέταξε τον υπασπιστή του να πάρει την εικόνα μαζί με πολλά άλλα παλιά βιβλία από τη βιβλιοθήκη της Μονής. Η εικόνα αυτή σήμερα δεν βρίσκεται στο μοναστήρι. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως οδηγοί των ξένων στρατευμάτων, αναγκάστηκαν να την αφήσουν. Αυτοί αναφέρουν ότι όταν τα γαλλικά στρατεύματα ετοιμάζονταν να φύγουν, ο διοικητής τους διέταξε να φορτώσουν την εικόνα της Παναγίας στο καλύτερο άλογο και να την πάρουν μαζί τους. Αυτό και έγινε. Το άλογο όμως, μέχρι να βγουν στα Δερβένια, τοποθεσία που απείχε μόνο χίλια πεντακόσια μέτρα από το χωριό, ψόφησε. Έτσι αναγκάστηκαν να αλλάξουν άλογο. Συνέχισαν τη διαδρομή τους αλλά μέχρι να φτάσουν στη Σβάρνιστρα, μια περιοχή που απείχε τρία χιλιόμετρα από το χωριό ψόφησε και το δεύτερο άλογο. Τότε ο διοικητής διέταξε να βάλουν την εικόνα σε τρίτο άλογο, το οποίο ψόφησε όταν έφτασαν στον Αϊ-Λια, τοποθεσία που απείχε περίπου πέντε χιλιόμετρα από το χωριό. Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα, ένας αξιωματικός πήρε την εικόνα στα χέρια αλλά άρχισαν να αρρωσταίνουν οι στρατιώτες. Τότε οι Γάλλοι κατάλαβαν πως η εικόνα δεν ήθελε να τους ακολουθήσει γι’ αυτό και την άφησαν σ’ ένα ερημικό μοναστήρι, που συνάντησαν σε μακρινή περιοχή από τις Σταγιάδες, στην Ιερά Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Σπηλαίου Γρεβενών. Εκεί διανυκτέρευσε, το 1948, ο Γεώργιος Πούλιος μετά από σύλληψή του από τον ΕΛΑΣ. Το ίδιο βράδυ δραπέτευσε και από τότε, παρά τις προσπάθειες αναζήτησής της, η εικόνα δεν έχει βρεθεί.[2]
Άλλες εικόνες που θεωρούνται ιερά κειμήλια είναι τρεις ακόμη φορητές. Η μια είναι επαργυρωμένη και επιχρυσωμένη και έχει θέμα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Η άλλη έχει θέμα τη Δέηση δηλαδή τον Κύριο με την Παναγία Θεοτόκο και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Υπάρχει και μια τελευταία, η οποία είναι ξύλινη, μικρότερη στο μέγεθος και παρουσιάζει τον Άγιο Αθανάσιο σε θρόνο.[3]
Πολλά κειμήλια κατά την μεταπολεμική περίοδο μεταφέρθηκαν στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων για διαφύλαξη. Τεμάχια των τιμίων λειψάνων του ιερομάρτυρα Χαραλάμπους, του Αγίου Παντελεήμονα και της οσιομάρτυρος Παρασκευής, τοποθετημένα σε αργυρή θήκη. Σε άλλη αργυρή θήκη υπάρχουν τεμάχια αγίων λειψάνων του μάρτυρος Τρύφωνος, του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του οσίου Νίκωνος, των Αγίων Δισμυρίων, Βαρθολομαίου Αποστόλου, καθώς και οι αγίες κάρες του μάρτυρα Σεργίου, και του μεγαλομάρτυρα Μηνά. Σώζονται επίσης τεμάχια ιερών λειψάνων Νέστορος, Θαλλελαίου, Ελευθερίου, Θέκλας, Βλασίου και Γρηγορίου μέσα σε αργυρά κιβώτια.
Σώζονται τρία κειμήλια, ένα ασημένιο άγιο ποτήριο του 18ου αιώνα, ένας ξυλόγλυπτος σταυρός αγιασμού με ασημένιο περίβλημα, που περιλαμβάνει δώδεκα σκαλιστές παραστάσεις και ένα ιερό Ευαγγέλιο, που έχει τυπωθεί το 1872 με επάργυρο ντύμα. Τρία ιερά Ευαγγέλια με διάφορες παραστάσεις επαργυρωμένες και επιχρυσωμένες, εκδόσεων 1695, 1785, 1791. Δύο αργυροσμαλτωμένα άγια Ποτήρια, το ένα του 1735 και το άλλο του 1821. Δεκαέξι σταυροί στολισμένοι με πετράδια και μαργαριτάρια. Τρία επιτραχήλια, το ένα με τον Ευαγγελισμό και τους αγίους Πέτρο, Παύλο, Βασίλειο, Χρυσόστομο, Νικόλαο, Σπυρίδωνα, Πρόχορο και Στέφανο, το δεύτερο μαύρο χρυσοκέντητο και το τρίτο χρυσοκεντημένο και λίγο εφθαρμένο. Και αυτά έχουν μεταφερθεί και φυλάγονται σε ασφαλισμένο μέρος στο σκευοφυλάκιο του Μοναστηρίου Βαρλαάμ των Μετεώρων".
Σήμερα στην Μονή υπάρχουν πέντε αργυρές λειψανοθήκες, που περιέχουν ιερά λείψανα, ιερά δισκοπότηρα και ευαγγέλια αλλά και ξυλόγλυπτους και μαργαριτοστόλιστους σταυρούς. Πάνω στην Αγία Τράπεζα, βρίσκονται δύο αργυρά κομψά κιβώτια με τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Τρύφωνα, Μόδεστου, Χαραλάμπους, Σώζοντος, Άνδρου και των θαυματουργών Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Το καθολικό και ο νάρθηκας είναι κατάγραφοι με τοιχογραφίες, ενώ πραγματικό έργο τέχνης είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο του καθολικού.[4]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 67.
[2] Δ. Παπανίκου, ό.π., σ.4.
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.72.
[4] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
Μετατροπή του μοναστηριού σε γυναικείο
Μέχρι το φθινόπωρο του 1968 το μοναστήρι ήταν ανδρικό. Μάλιστα μέσα από λίγα έγγραφα που μας έχουν σωθεί, παίρνουμε πληροφορίες για λίγα ονόματα μοναχών που έμεναν εκεί. Γύρω στα 1860 μνημονεύεται ως ηγούμενος του μοναστηριού ο παπα-Χριστόφορος, εφημέριος ήταν ο Μελέτιος και αδελφοί, ο Άνθιμος και ο Γρηγόριος. Το 1940 μνημονεύεται ως ηγούμενος ο αρχιμανδρίτης Μόδεστος Ανδρομανάκος. Τελευταίος ηγούμενος χρημάτισε ο μοναχός Γεννάδιος Βαδέλας, ο οποίος έχει ξεχωρίσει για την αγάπη και την αφοσίωση με την οποία εργάστηκε στο μοναστήρι.[1]
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το μοναστήρι περιέπεσε σε ένδεια και καταστροφή. Ο Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος για να διασώσει το μοναστήρι από την κατάσταση αυτή άρχισε εργασίες ανοικοδόμησης των κτισμάτων του μοναστηριού. Προσπάθησε να επανδρώσει το μοναστήρι αλλά στάθηκε αδύνατο. Έτσι αποφασίζει για να μην κλείσει η Μονή, να ζητήσει να μετατραπεί σε γυναικεία, πιστεύοντας ότι έτσι θα διασωθεί από την καταστροφή και τον αφανισμό. Στέλνει αίτημα στην Ιερά Σύνοδο ζητώντας: «όπως εγκρίνουσα την εν λόγω απόφασιν ημών, προβή εις τας δεούσας ενεργείας παρά τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δια την έκδοσιν του απαιτούμενου Βασιλικού Διατάγματος»[2] Ακολούθησε υπουργική απόφαση στις 12 Δεκεμβρίου 1968, με αριθμό 172381, σύμφωνα με την οποία η ανδρική Ιερά Μονή της Θεοτόκου Σταγιάδων μετατρέπεται σε γυναικεία: «αποφασίζομεν: Μετατρέπομεν την Αδρώαν Ιερά Μονήν της Θεοτόκου Σταγιάδων – Καλαμπάκας εις γυναικείαν τοιαύτην, άνευ ουδεμιάς επιβαρύνσεως του Ο.Δ.Ε.Π.».[3]
Σύμφωνα με ένα θρύλο, το φθινόπωρο του 1968 η Παναγία κάλεσε στο Μοναστήρι της μια ομάδα επτά γυναικών Μοναχών. Η γαλήνη και η ηρεμία του μοναστηριού προσέλκυσαν την αδελφότητα με ηγουμένη την οσιωτάτη Μοναχή Θεονύμφη Κανταρτζή. Οι αδελφές ξεκίνησαν τη νέα πνευματική τους πορεία με την έγκριση και την ευλογία του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη Διονυσίου με σύνθημά τους: «μία γνώμη, εν θέλημα εξ’ ίσου παλαίειν και το ένα φρονείν».[4]
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 95.
[2] Αρ. Πρωτ. 2415/25-11-1968.
[3] Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, τευχ. 2, αρ. φύλλου 19, Αθήνα, 1969.
[4] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 98.
Η παρουσία του μοναστηριού στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα
Σημαντική ήταν η παρουσία της Μονής κατά τον απελευθερωτικό πόλεμο από τους Τούρκους. Τα απρόσιτα βουνά των Αγράφων αποτέλεσαν καταφύγια των τυραννούμενων και καταδιωκόμενων Χριστιανών. Εκεί συγκροτήθηκαν μεγάλα πληθυσμιακά κέντρα που αποτέλεσαν το καταφύγιο των κλεφταρματολών και αποτέλεσαν την εστία που κράτησε τη φλόγα άσβεστη για δεκαετίες.[1] Πληροφορίες και ενδιαφέρονται στοιχεία για τα αρματολίκια της Μονής σώζονται σ’ έναν κατάλογο που συνέταξε ο αδελφός Ιγνάτιος το 1835.[2]
Η πρώτη οργανωμένη εξέγερση έγινε με υποκίνηση των Ισπανών. Η επανάσταση οργανώθηκε με αρχηγό τον Μητροπολίτη Λαρίσης και Τρίκκης Διονύσιο Β΄ τον Φιλόσοφο ή Σκυλοφιλόσοφο. Λίγα χρόνια αργότερα αυτός οργάνωσε και δεύτερη επανάσταση με επανάσταση των Ισπανών. Και αυτή η επανάσταση απέτυχε με φοβερότατες συνέπειες για τους κατοίκους. Ελπίδα του μητροπολίτη ήταν: «Τρίκκη Βυζάντιον κατακτήσει».[3] Ένα άλλο πρόσωπο που σχετίζεται με τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία ήταν ο παπα-Θύμιος Βλαχάβας. Ξεκίνησε ένα παράτολμο επαναστατικό απελευθερωτικό κίνημα, το οποίο τον οδήγησε σε φρικτό μαρτύριο εξασφαλίζοντας το φωτοστέφανο της τιμής και της δόξας για τον ίδιο και την εκκλησία.[4]
Πρόσωπα που επισκέφτηκαν το μοναστήρι
Από την περιοχή πέρασε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1904 ο Παύλος Μελάς, ο κορυφαίος Μακεδονομάχος με τους άνδρες του. Σύμφωνα με τα γράμματα που έστελνε ο Παύλος Μελάς στη γυναίκα του αναφέρει ότι: «εφθάσαμεν εις τας 2 περίπου της πρωίας της μονής Μερίτσας.»[5] Όπως ο ίδιος ο Παύλος Μελάς διευκρινίζει σε σημειώσεις που κρατούσε, με το όνομα Μερίτσα εννοείται η μονή Σταγιάδων: «εις την Μονήν Σταγιάδων (Μερίτσας)»[6] Πριν αναχωρήσει για τον αγώνα του ζήτησε από τον ηγούμενο να μεταλάβει μαζί με τους στρατιώτες του τα Άχραντα Μυστήρια. Μετά από αντιρρήσεις που έφερε ο ιερέας τελικά τους επέτρεψε να εκτελέσουν το καθήκον τους ως χριστιανοί.[7] Την επόμενη μέρα, 28 Αυγούστου 1904, αφού παρακολούθησε τον εσπερινό: «Ακούσαμεν τον εσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ο γέρων χωρικός ιερεύς της μονής»[8] κοινώνησε των Αχράντων μυστηρίων μαζί με τους συμπολεμιστές του από τον ιερέα Ιωάννη Νίκου ή Παπαγιαννούλη.[9]
Αργότερα φιλοξενήθηκε και άλλη προσωπικότητα ο Γεώργιος Κονδύλης, ο οποίος τότε ήταν επιλοχίας και υπηρετούσε ως επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος της διαχωριστικής γραμμής των ελληνοτουρκικών συνόρων. Το φυλάκιό του ήταν δύο χιλιόμετρα μετά το χωριό Σταγιάδες, στην τοποθεσία «Καρακιόλια». Ο Κονδύλης επισκεπτόταν τακτικά το μοναστήρι και διανυκτέρευε εκεί. Φαίνεται πως αντλούσε τη δύναμη που χρειαζόταν από τη χάρη της Παναγίας.[10]
Το 1917 διανυκτέρευσε στο Μονή ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με τα ελληνικά στρατεύματα υπό την διοίκηση του υπασπιστή του. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κάλεσε βοήθεια από τη Γαλλία, η οποία έστειλε Μαροκινούς και Γάλλους στρατιώτες. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έστειλε τηλεγράφημα, το οποίο ανέφερε: «Γαλλικά στρατεύματα υπό τήνουν εκ της περιοχής σας δεν έχουν σκοπόν να δώσουν μάχην. Αποσύρθητε δι’ ολίγας ημέρας», τα ελληνικά στρατεύματα έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν.[11] Τα ξένα στρατεύματα έμειναν στο μοναστήρι για δύο νύχτες και στάθηκαν η αιτία να παρθεί η εικόνα της Παναγίας, που υπήρχε στο μοναστήρι και να μεταφερθεί στην Ιερά Μονή Κοίμησης της Θεοτόκου του Σπηλαίου Γρεβενών, όπως αναφέρεται παραπάνω.
Μαρτυρικοί θάνατοι
Ο αρχιμανδρίτης Μόδεστος Ανδρομανάκος, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε, μνημονεύεται ως ηγούμενος της Μονής στα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επρόκειτο για χαρισματικό άνθρωπο, ενάρετο, ευλαβή, ειλικρινή, φιλαλήθη και άκακο. Η όλη του πνευματική συγκρότηση και ακτινοβολία τον είχαν καταστήσει φωτεινό φάρο στους χριστιανούς πολλών χωριών της περιφέρειας. Ξεχώριζε σαν κληρικός, λειτουργός, εξομολόγος αλλά και ιεροκήρυκας.[12] Η μεγαλύτερη διδασκαλία του ήταν η ίδια του η ζωή, η οποία αποτέλεσε παράδειγμα για όλους τους χριστιανούς. Σύμφωνα με την αναφορά του Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών κυρού Χερουβείμ, ο Μόδεστος σε κήρυγμά του την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών στιγμάτισε την άπρεπη συμπεριφορά των ακραίων πολιτικών στοιχείων, να γράψουν συνθήματα κατά της θρησκείας σε τοίχους της εκκλησίας. Για τη στάση του αυτή ύστερα από τρεις μέρες συνελήφθη και οδηγήθηκε τάχα για ανάκριση στο χωριό Αμπελοχώρι. Την Κυριακή των Βαΐων λειτούργησε για τελευταία φορά και αφού συνέστησε στους πιστούς να έχουν αγάπη και ομόνοια μεταξύ τους χαιρέτησε με ασπασμό τον εφημέριο του χωριού, στον οποίο είπε ότι οδηγείται σε θάνατο. Με την πρόφαση της ανάκρισης οδηγήθηκε στο Περτούλι, όπου και συνομίλησε με τον Εφημέριο του χωριού, στον οποίο εκμυστηρεύτηκε ότι έχει ήσυχη την συνείδησή του, αφού ήξερε ότι δεν είχε κάνει τίποτε κακό. Τη Μεγάλη Δευτέρα οδηγήθηκε στο ανακριτήριο ενώ τη Μεγάλη Παρασκευή οδηγείται σαν πρόβατο στη σφαγή έξω από το Νεραϊδοχώρι, στη θέση Μπαντανίκα. Εκεί μετά από πολλά βασανιστήρια βρήκε φρικτό θάνατο. Με το μαρτύριό του ο Μόδεστος τίμησε με το αίμα του την πίστη του στο Χριστό.[13]
Σήμερα το μοναστήρι των Σταγιάδων αποτελεί τόπο ανάπαυσης και ηρεμίας. Υπό την πνευματική καθοδήγηση και επίβλεψη της Μοναχής Θεονύμφης Κανταρτζή ανακινήστηκε και αναπαλαιώθηκε η μονή από την αρχή με ευαισθησία και σεβασμό προς τις αρχικές μορφές και την παραδοσιακή μοναστηριακή αρχιτεκτονική. Διοικητικά εξαρτάται από τη μητρόπολη Σταγών και Μετεώρων και διαθέτει ξενώνα για είκοσι άτομα.[14] Στις αρχές του 20ου αιώνα στη μονή Σταγιάδων συγχωνεύτηκαν τα μοναστήρια Λιμπιχόβου, Σιαμάδων, Χρυσίνου και Αγίων Αποστόλων Κλεινού.[15]
[1] Γ. Σύντηλας, Σύντομη ιστορική ανασκόπηση της Δυτικής Θεσσαλίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στο Περιοδικό Μετέωρα, Τρίκαλα, 1986, σ.84.
[2] Τρ. Δ. Παζηζήσης, ό.π., σ. 364.
[3] Γ. Σύντηλας, ό.π., σ.85.
[4] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
[5] Ν. Μελά, Παύλος Μελάς, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1992, σ.329.
[6] Ν. Μελά, ό.π., σ.334.
[7] Ν. Μελά, ό.π., σ.330.
[8] Ν. Μελά, ό.π., σ.330.
[9] Δ. Παπανίκου, Το μοναστήρι των Σταγιάδων, στην εφημερίδα Έρευνα, Τρίκαλα, 1970, σ.5.
[10] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 114.
[11] Δ. Παπανίκου, ό.π., σ.4.
[12] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 115.
[13] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.σ. 114-119.
[14] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 363.
[15] Τρ. Δ. Παπαζήσης, ό.π., σ. 364.
Η Μονή Σταγιάδων στους Νεότερους Χρόνους
Κοινωνική και πολιτισμική προσφορά της Μονής Σταγιάδων
Τα Μοναστήρια χαρακτηρίζονται από την συνεχή πνευματική τους παρουσία. Στους χώρους τους συναντάμε το μεγαλείο του μοναχικού ιδεώδους. Αυτοί αποτελούν τον τόπο της λατρευτικής ζωής και της πνευματικής και σωματικής άσκησης και καλλιέργειας. Γνωστές είναι οι δραστηριότητες των μοναχών και η συμβολή τους στην τοπική Εκκλησία που ανήκουν αλλά και γενικότερα στον εκκλησιαστικό χώρο. Η προσφορά τους είναι φανερή προς όλο τον κόσμο και περιλαμβάνει προσευχή για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έκφραση αγάπης στα πολλά προβλήματα και τις δοκιμασίες που περνά αλλά και προσφορά πολιτισμού και δημιουργίας. Γνωστοί άλλωστε είναι ανά τους αιώνες οι πνευματικοί αγώνες και η προσφορά τους σε όλα τα επίπεδα ζωής των ανθρώπων. Η προσφορά του ορθόδοξου μοναχισμού προς την Εκκλησία και το Έθνος υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει αδιάλειπτη και ανεκτίμητη, όχι μόνο στον καθαρά θρησκευτικό τομέα αλλά και στον ευρύτερο κοινωνικό και παιδευτικό.
Η Ιερά Μονή Σταγιάδων, φορτωμένη με τις μνήμες και τις περιπέτειες του παρελθόντος , είναι σήμερα ανανεωμένη, χάρη στη δραστήρια γυναικεία αδελφότητα, η οποία συνεχίζει την αίγλη και την ακτινοβολία της στη γύρω περιοχή του μοναστηριού ως φάρος φωτός, σωτηρίας, γαλήνης και ανάπαυσης ψυχών και σωμάτων.[1] Η αλήθεια είναι ότι για το μοναστήρι των Σταγιάδων οι πληροφορίες είναι λίγες, ωστόσο αρκετά κατατοπιστικές για την προσφορά του. Στο παρελθόν γνώρισε σημαντικές στιγμές ακμής αλλά και παρακμής. Σε περιόδους παρακμής ο αριθμός των μοναχών ήταν πολύ μικρός καθώς έφθανε στους δύο ή τρεις ή καμιά φορά περιοριζόταν μόνο στον ηγούμενο. Σε περιόδους όμως ακμής ο αριθμός πολλαπλασιαζόταν και η μονή έσφυζε από ζωή. Σε δύσκολους καιρούς, όπως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είναι γεγονός ότι οι μοναχοί δεν εγκατέλειψαν το μοναστήρι, αντίθετα έμεναν εκεί φυλάσσοντας τη μονή ώστε να μην περιέλθει στα χέρια των αλλόπιστων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η προσφορά τους, πνευματική και οικονομική, συνέχιζε να προσφέρεται, τις περισσότερες φορές ακόμα και με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής. Η αδιάκοπη λατρεία και προσευχή των μοναχών για την πίστη, την πατρίδα, την προστασία και την σωτηρία του λαού δηλώνει τη μεγάλη τους προσφορά στην χριστιανοσύνη αλλά και στην ανθρωπότητα.[2]
Η Μονή Σταγιάδων ήταν ένας χώρος ησυχαστηρίου και εκεί πολλοί μοναχοί που επιθυμούσαν να ξεφύγουν από τα εγκόσμια βρήκαν τον κατάλληλο τόπο «για τα πνευματικά τους παλαίσματα και τη ζωή της αυτοασκήσεως».[3] Εκεί κατάφεραν να ζήσουν μακριά από τα πάθη, να ελέγχουν τις σκέψεις τους και να αντιμετωπίζουν όλους τους εχθρούς.
Η προσφορά ανδρών μοναχών και στη σύγχρονη εποχή των γυναικών μοναχών του μοναστηριού ήταν και είναι μεγάλη. Μέχρι το 1968 που το μοναστήρι ήταν ανδρικό δύο προσωπικότητες, κατά τον 20ο αιώνα, έχουν μείνει στην ιστορία του μοναστηριού για την προσφορά τους, ο αρχιμανδρίτης Μόδεστος Ανδρομανάκος και ο μοναχός Γεννάδιος Βαδέλας, ο τελευταίος ηγούμενος της Μονής. Ιδιαίτερα ο Γεννάδιος Βαδέλας ξεχώριζε για την αγάπη και την καλοσύνη του. Με απόλυτη αφοσίωση και με όλες τους δυνάμεις υπηρέτησε το μοναστήρι για δεκαπέντε χρόνια. Μέχρι τέλους ήταν εργατικός, ακούραστος, καταδεκτικός και φιλόξενος. Έχοντας πάντα στην ψυχή του τα λόγια του Μεγάλου Ευθυμίου ότι όποιος φροντίζει τους άλλους, φίλους αλλά και ξένους, τότε ο Κύριος θα τον ανταμείψει, έδειχνε έμπρακτα την αγάπη του, την οποία πρόσφερε με πνευματικούς και υλικούς τρόπους, στους προσκυνητές της Μονής. Ο μοναχός Βαδέλας δεν είχε σπουδάσει αλλά είχε μια γενικότερη μόρφωση και κυρίως μόρφωση ψυχής, την οποία μαρτυρούσαν η πολύπλευρη πείρα του και οι αρετές του. Ήταν ευγενής, ευχάριστος, περιποιητικός και διδακτικός προς όλους, ακολουθώντας τα λόγια του Βασιλείου του Μεγάλου, ο οποίος προέτρεπε τους ανθρώπους να προσφέρουν ό,τι είναι χρήσιμο για την ψυχή των ανθρώπων.[4]
Ο κλονισμός της υγείας του, η ελάττωση των δυνάμεών του και η μείωση της όρασής του δεν του επέτρεπαν να μπορεί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του και στις ανάγκες του μοναστηριού. Ακόμα και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής του, η αγάπη του για το μοναστήρι δεν τον άφησε να το εγκαταλείψει. Μια και ήταν ο μοναδικός μοναχός δεν εγκατέλειψε τη θέση του αλλά παρέμεινε στη Μονή αψηφώντας τη σωματική του ασθένεια και αδυναμία μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.[5]
Η δεύτερη σημαντική προσωπικότητα ήταν ο αρχιμανδρίτης Μόδεστος Ανδρομανάκος, στου οποίου τη δράση ήδη έχουμε αναφερθεί. Ήταν πάντα κοντά στους χριστιανούς και τους δίδασκε. Με συμβουλές και νουθεσίες προς τους χριστιανούς αλλά και μέσα από την εξομολόγηση, απέκτησε το σεβασμό όλων των χριστιανών. Χάρη στο ήρεμο ύφος που τον διέκρινε, είχε κατορθώσει να φέρει πολλούς ανθρώπους στο δρόμο της ζωής του ευαγγελίου. Ο μακαριστός Μητροπολίτης Διονύσιος αναφέρεται στην αρετή του και τον καλό του χαρακτήρα.[6]
Τρεις προσωπικότητες, οι τρεις Λευίτες της Μητρόπολης Σταγών και Μετεώρων ξεχώρισαν για την προσφορά τους στην πνευματική πορεία του μοναστηριού. Πρόκειται για τον αείμνηστο Αρχιμανδρίτη Χαρίτωνα Σαρρή, για τον μακαριστό Ιερέα πατήρ Ιωάννη Παπανίκο και για τον σημερινό Εφημέριο του μοναστηριού Αιδεσιμότατο πατήρ Χρήστο Λώλη.
Ο αρχιμανδρίτης Χαρίτων διετέλεσε πνευματικός της αδελφότητας της μονής Σταγιάδων. Η προσφορά του ήταν σημαντική και αξιόλογη. Συχνά μετέβαινε στο μοναστήρι για να εξομολογεί, να καθοδηγεί και να στηρίζει τις ψυχές των μοναχών. Μεγάλη ήταν η προσφορά του στις μοναχές, τις οποίες, με τις υποδείξεις του, βοήθησε στον πνευματικό βίο για τον καταρτισμό και τον αγιασμό τους. Τις ενθάρρυνε, τις βοηθούσε να αντιμετωπίζουν τις κάθε δυσκολίες που παρουσιάζονταν και τις ενέπνεε να αγωνίζονται για τη διάσωση του χριστιανικού πνεύματος.[7]
Ο πατήρ Ιωάννης υπηρέτησε στη Μητρόπολη ως ιερέας. Ήταν άνθρωπος του καθήκοντος, πιστός υπηρέτης των ιερών μας παραδόσεων. Διακόνησε την Εκκλησία με αφοσίωση και αυταπάρνηση. Παράλληλα με τα ενοριακά καθήκοντα εξυπηρετούσε και τις λατρευτικές ανάγκες της Μονής με μεγάλη προθυμία και καλή διάθεση. Τελούσε τις καθημερινές και εορτάσιμες λειτουργίες προτρέποντας και τους πιστούς να προσέλθουν. Έτσι το μοναστήρι δεν στερήθηκε τη λατρευτική του ζωή.[8]
Ο πατήρ Χρήστος Λώλης ασκεί λειτουργικά καθήκοντα στο μοναστήρι από την ημέρα της χειροτονίας του μέχρι σήμερα. Μετά την σύνταξή του έχει ως αποκλειστικό στόχο τη διακονία και την ενίσχυση του μοναστηριού. Είναι άνθρωπος στενά δεμένος με τη λατρεία της εκκλησίας και τον διακρίνει η σοβαρότητα, η ευλάβεια, η σύνεση και ο φόβος του Θεού. Το δέσιμο του με το μοναστήρι ήταν τόσο μεγάλο που πρόσφερε ακόμη και τα δύο του παιδιά στα Κοινόβια Μοναστήρια.[9]
Από το φθινόπωρο του 1968, όπως ήδη λεχθεί, το μοναστήρι λειτούργησε ως γυναικείο με ηγουμένη τη μοναχή Θεονύμφη Κανταρτζή, η οποία ενθουσιάστηκε από τη γαλήνη και την ηρεμία του μοναστηριού και αφιέρωσε τη ζωή της σ’ αυτό. Η γυναικεία αδελφότητα του μοναστηριού ξεκίνησε την πνευματική της πορεία με την έγκριση του και ευλογία του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Διονυσίου. Οι αδελφές πραγματοποιώντας τις καθημερινές ιερές ακολουθίες, ασκώντας τον προσωπικό τους αγώνα και μελετώντας, επιδίωκαν τη σωτηρία της ψυχής τους.[10] Η μονή μεταβλήθηκε σε μια χριστιανική κυψέλη με κάθε είδους δράση. Ακλόνητη πίστη προς τον Θεό, έμπρακτη εκδήλωση χριστιανικής αγάπης, δημιουργίας και αφύπνιση ηθικών αξιών είναι οι κύριοι τομείς προς τους οποίους αποβλέπουν, δρουν και κινούνται. Ειδικά για το χωριό Σταγιάδες, οι μοναχές πραγματοποιούσαν κύκλο κατηχητικών σχολείων, κύκλο κυριών και κύκλο νεανίδων. Επίσης, μια φορά την εβδομάδα γινόταν συγκέντρωση των ανδρών του χωριού από τον αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο Πούτου, ο οποίος κήρυττε το θείο λόγο κάθε Κυριακή στα γύρω χωριά.[11]
Η αδελφότητα των μοναχών είχε και μεγάλη πνευματική προσφορά. Πρόσεχε ιδιαίτερα τις ιερές ακολουθίες και με σωστή έκφραση και αρμονική απόδοση των ύμνων δημιουργούσαν την ώρα των ακολουθιών την κατάλληλη ατμόσφαιρα κατά την οποία οι ψυχές προσεύχονταν, ξεκουράζονταν, γαλήνευαν και αναζωογονούνταν δεχόμενες τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η απλότητα και η σοβαρότητα που τις διέκριναν, συνέβαλαν ώστε τις ώρες της επικοινωνίας με τους προσκυνητές να γίνονται αποδεκτοί οι λόγοι τους και να είναι εποικοδομητικοί.[12]
Σημαντική υπήρξε και η κοινωνική δράση του Μοναστηριού. Σώζονται αποφάσεις που έχουν παρθεί από το ηγεμονοσυμβούλιο της Μονής, κατά καιρούς, για να βοηθήσουν άπορους φοιτητές να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Παρείχε ηθική και υλική βοήθεια σε αυτούς που την είχαν ανάγκη. Βοήθησε κατοίκους πολλών περιοχών αλλά ιδιαίτερα τους κατοίκους του χωριού Σταγιάδες, στους οποίους με κάθε τρόπο έδειξε τη φροντίδα, τη στοργή και το ενδιαφέρον προς κάθε κοινωνική και φιλανθρωπική κατεύθυνση.[13]
Το ηγεμονοσυμβούλιο της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Σταγιάδων υπό την προεδρία του Ηγουμένου Δαμασκηνού Πανδή:
«Αποφαίνεται
Ψηφίζει εκ του αποθεματικού κεφαλαίου του εφετεινού προϋπολογισμού της Μονής πίστωσιν δραχμών διακοσίων (200) δια δικαιώματα ενδυμασίας και υποδήσεως τρίτου έτους του δοκίμου της Μονής και φοιτητού της θεολογίας Ιωάννου Παππασωτηρίου»
Ακόμα και σήμερα, η Μονή Σταγιάδων μαζί με πολλά άλλα μοναστήρια, συντηρούν τη θρησκευτική και εθνική παράδοση και αποτελούν καταφύγιο ψυχικής ηρεμίας, τόπο ανάπαυσης, γαλήνης και προστασίας από κινδύνους.[14]
[1] Δ. Σοφιανός, ό.π.,, σ.52.
[2] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.89.
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 90.
[4] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 97.
[5] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 97.
[6] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 117.
[7] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.110.
[8] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.111.
[9] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.112.
[10] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας ό.π., σ.99.
[11]Δ. Παπανίκος, ό.π., σ.9.
[12] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.102.
[13] Δ. Παπανίκος, ό.π., σ.8.
[14] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
Η οργάνωση και η διοίκησή της
Τα μοναστήρια φροντίζουν να κρατούν πληροφορίες σε ειδικά βιβλία, για τις δραστηριότητές τους, τη διοίκησή τους κ.ά. Τέτοια είναι το Μοναχολόγιο, στο οποίο υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τη ζωή των μοναχών και είναι το Πρωτόκολλο, το οποίο μας πληροφορεί για αιτήματα, τα οποία αφορούν τη σχέση της Μονής με τη Μητρόπολη, τους κατοίκους της περιοχής αλλά και με επίσημους φορείς του κράτους.
Μελετώντας το μοναχολόγιο της Μονής παίρνουμε πληροφορίες για τα ονόματα των μοναχών που έμειναν εκεί, την ημερομηνία γέννησής τους, τον τόπο καταγωγής τους, την ημερομηνία προσέλευσής τους στο μοναστήρι, την ημέρα θανάτου τους ή αποχώρησής τους από το μοναστήρι, την ημερομηνία εγγραφής σ’ αυτό, καθώς και τιε γραμματικές γνώσεις των μοναχών. Περιλαμβάνει την ημερομηνία χειροτονίας τους σε βαθμό Διακόνου ή Πρεσβυτέρου και τέλος οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες θεωρούνται απαραίτητες για τους μοναχούς.
Έτσι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι προσέρχονταν μοναχοί από όλα τα μέρη της Ελλάδας, όπως από τα Φάρσαλα ή τα Τρίκαλα αλλά και από τη Χίο. Η μόρφωση τους είναι κυρίως δημοτική αλλά περνώντας τα χρόνια βλέπουμε ότι κ εγκαθίστανται και μορφωμένοι μοναχοί Οι περισσότεροι έμειναν στο μοναστήρι μέχρι το θάνατό τους, ενώ δεν ήταν και μικρός ο αριθμός αυτών που έφυγαν για άλλο μοναστήρι.
Πληροφορίες μας παρέχει το Πρωτόκολλο σχετικά με τα έγγραφα που διακινήθηκαν. Συγκεκριμένα μας πληροφορεί για τον αριθμό του εισερχομένου εγγράφου, την ημερομηνία και τον τόπο έκδοσής του, ην ημερομηνία κατά την οποία έφτασε στη μονή, την εκδιδούσα αρχή και τέλος μια μικρή περίληψη του θέματος του εγγράφου. Απ’ ό,τι φαίνεται υπήρχε μεγάλη επικοινωνία με τη νομαρχία Τρικάλων αλλά και τη Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών.
Επίσης η Μονή κρατά πρακτικά που αφορούν τα οικονομικά της. Αυτά περιλαμβάνουν πίνακες που μας δίνουν πληροφορίες για τα έσοδα και τα έξοδα. Συγκεκριμένα αφορούν το είδος των εσόδων και των εξόδων, το ποσό των εξόδων που εγκρίνεται από τη Νομαρχία, έναν πίνακα που αναφέρει τα γενικά έσοδα και έξοδα της Μονής ανά έτος και έναν πίνακα που αφορά τον προϋπολογισμό του νέου έτους.
Η ζωή των μοναχών
Στην πορεία του μοναστηριού κατά τον 20ο αιώνα σημαντική είναι η μετατροπή του σε γυναικείο. Για τη μετατροπή του μοναστηριού έχουμε πληροφορίες και από το μοναχολόγιο της Μονής, στο οποίο αναγράφεται το ΦΕΚ 19/18.1.68 με το οποίο οριστικοποιείται. Επίσης αναφέρει ότι το έτος 1968 η Αντιγόνη Κανταρτζή, η οποία καταγόταν από το Βόλο προσήλθε στο μοναστήρι Σταγιάδων ως μοναχή με το όνομα Θεονύμφη.
Σώζεται επίσης έγγραφο που περιλαμβάνει την απόφαση του Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Αλεξίου σύμφωνα με την οποία ορίζεται για την συγκρότηση του ηγεμονοσυμβουλίου, ηγουμένη η Μοναχή Θεονύμφη Κανταρτζή, την οποία: «καθιστούμεν αυτήν υπεύθυνο, ως ηγουμενοσυμβουλίου, δια την διοίκησιν, την λειτουργίαν και εν γένει επιμέλειαν, ως προς την διαχείρισιν της διατηρουμένης περιουσίας της Ιεράς Γυναικείας Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ΣΤΑΓΙΑΔΩΝ».[1]
Με τις καθημερινές ιερές ακολουθίες, με τον ατομικό κανόνα και αγώνα τους, με τη μελέτη αλλά και άλλα πνευματικά μέσα και εφόδια είχαν σαν στόχο τη σωτηρία της ψυχής τους. Οι αδελφές φρόντισαν για την σωστή και ομαλή λειτουργία του κοινοβίου τους. Άρχισαν αμέσως τα διακονήματα με τα εργόχειρά τους. Το κυριότερο εργόχειρο ήταν η κατασκευή κεντημάτων, αναμνηστικών χειροτεχνίας ή έργων πυρογραφίας. Ανά διαστήματα κατασκευάζουν ευωδιαστό θυμίαμα και καθαρό κερί με τα οποία εφοδιάζουν και άλλα μοναστήρια και ναούς της περιοχής.[2] Πολλοί μοναχοί και μοναχές, κυρίως μορφωμένοι, ασχολούνταν με την αντιγραφή και την καλλιγράφηση χειρογράφων που έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Άλλοι πάλι μάθαιναν γράμματα στα ελληνόπουλα στον καιρό της τουρκοκρατίας και συνέβαλαν με αυτό τον τρόπο στη διατήρηση της διαφοροποιημένης από τους κατακτητές πολιτιστικής ταυτότητας των υποδούλων στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της προσφοράς του μοναχισμού εντάσσονται και οι μοναχοί της μονής Σταγιάδων.
Παράλληλα γίνονται και άλλες εργασίες τακτικές αλλά και έκτατες στους χώρους του μοναστηριού αλλά και γεωκτηνοτροφικού χαρακτήρα. Όλες αυτές οι εργασίες γίνονται μέσα σε πνεύμα προσευχής, καθώς σύμφωνα με την αποστολική προτροπή ο μοναχός προσεύχεται ασταμάτητα.[3]
Γενικά οι μοναχοί φροντίζουν τους χώρους στους οποίους μένουν αλλά και τον Ιερό Ναό. Άλλωστε επιθυμία της Ιεράς Μητρόπολης Σταγών και Τρίκκης είναι σε όλους τους Ιερούς Ναούς να βασιλεύει η τάξη, η ευπρέπεια και η νοικοκυροσύνη. Ζητά να διατηρούν σε καλή κατάσταση τα βιβλία. Τονίζει ότι πρέπει να δίνουν μεγάλη σημασία στην καθαρότητα των ιερών χώρων, των σκευών και των αμφίων. Αυτή είναι τόσο σημαντική που ο Ιερός Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος, σε επιστολή του προς του Αρχιμανδρίτες της Μητρόπολής του ζητά να επισκεφτούν και να εξετάσουν από κοντά την κατάσταση που επικρατεί στους Ιερούς Ναούς και τα μοναστήρια και να φροντίζουν για τις απαιτούμενες διορθώσεις.
[1] Αρ. Πρωτ. 158, Τρίκαλα, 6/21985.
[2] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 100.
[3] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 101.
Οικονομικά στοιχεία της Μονής (έσοδα – έξοδα)
Μετά τον απελευθερωτικό αγώνα η Ιερά Μονή Σταγιάδων περιελάμβανε όλη τη σημερινή έκταση του χωριού Σταγιάδες, καθώς και εκτάσεις άλλων γειτονικών χωριών, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή της είτε με αγορά είτε με δωρεά, είτε μετά τη διάλυση του χωριού Σκιαδάρη που ήταν ορμητήριο των κλεφτών κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Αρχικά οι λίγοι κάτοικοι που έμειναν στο χωριό εργάζονταν στη συνέχεια ως κολίγοι της μονής.[1] Αργότερα προστέθηκαν και άλλα μοναστήρια, τα οποία αποτέλεσαν μετόχια. Παραπλεύρως υπήρχε αμπέλι τριάντα στρεμμάτων και κτίσματα, τα οποία χρησίμευαν για αποθήκες. Εκεί είχαν τοποθετηθεί βαρέλια γεμάτα με κρασί πολύ πριν την ανέγερση των κτιρίων. Στο μοναστήρι επίσης ανήκουν πολλά στρέμματα δάσους, όπως το δάσος «Τσαρτσαλάκκου», Σταγιάδων, «Ριγκλόβου», Γάβρου και Καλογριανής. [2] Το μοναστήρι είχε επίσης 5.000 αιγοπρόβατα, εκατό άλογα και γαϊδούρια, εκατό βοοειδή και εκατόν πενήντα κυψέλες μελισσών. Οι μοναχοί για να προφυλάσσουν την παραγωγή τους από τα ποντίκια είχαν εκατόν πενήντα γάτες.[3]
Η περιουσία των μοναστηριών ήταν σημαντική γι’ αυτό και μας σώζεται έγγραφο του ΟΔΕΠ (Οργανισμός Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας), το οποίο ζητά από το Υπουργείο Γεωργίας πληροφορίες που αφορούν τα οικονομικά στοιχεία των Ιερών Μονών της Ελλάδας σχετικά με απαλλοτριώσεις, και μισθώματα κτημάτων.[4] O ΟΔΕΠ ήταν οργανισμός που διαχειριζόταν τα οικονομικά των μοναστηριών. Καταργήθηκε το 1988, όπως μας ανέφερε η μοναχή αδελφή Παρθενία, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, το οποίο άλλωστε αναφέρεται σε έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου 1700/1988.[5]
Το μοναστήρι γνώρισε μέρες ακμής και δόξας αλλά και ένδειας χωρίς όμως να διακόψει ποτέ την πνευματική του προσφορά, την κοινωνική και φιλανθρωπική του δράση στις γειτονικές περιοχές. Σε έγγραφο του Οκτωβρίου του 1860, το οποίο σώζεται σε αρχεία της Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών ορίζονται τα όρια των κτημάτων της Μονής ενώ τονίζεται ότι το μοναστήρι υπέπεσε σε χρέη, τα οποία ανάγκασαν τους πατέρες να παραχωρήσουν στους κατοίκους των χωριών Κακοπλεύρι και Οστροβός, μεγάλες εκτάσεις γης για να τις καλλιεργούν με την υποχρέωση να παραχωρούν κάθε χρόνο ένα μέρος της παραγωγής τους: «οι μεν ανοίξαντες να πληρώνωσιν ετησίως το αντίσπορον, οι δε πατέρες να μη τους ζητούν περιπλέον πλην του αντισπόρου»[6]
Υπάρχουν αρκετά έγγραφα, τα οποία αφορούν δημοπρασίες δασών, κτημάτων αλλά και αμνών και εριφίων, τα οποία δείχνουν και την οικονομική θέση της μονής. Σώζεται έγγραφο, το οποίο αφορά διακήρυξη δημοπρασίας, σύμφωνα με την οποία: «Εκτίθεται εις πλειοδοτικήν δημοπρασίαν η παραχώρησις του δικαιώματος υλοτομίας και της απολήψεως δασοσκεπούς εκτάσεως 230 στρεμμάτων.»[7]
Δημοπρασία του 1928 διακηρύσσει ενοικίαση 30 αμνών και 30 εριφίων της Ιεράς Μονής Σταγιάδων Διακηρύξεις επίσης δημοπρασίας.[8]
Για μία πλειοδοτική δημοπρασία του 1920 βρέθηκε απόδειξη με την οποία μάρτυρες της δημοπρασίας βεβαιώνουν ότι το ηγεμονοσυμβούλιο της Μονής Σταγών νοίκιασε για ένα χρόνο το δικαίωμα υλοτομίας 58.500 οκάδων ξυλανθράκων από το δάσος Τσουγγούρου.
Η οικονομική ζωή της Μονής την οδήγησε να κρατά αποδείξεις από τους ανθρώπους με τους οποίους είχε οικονομικές συναλλαγές. Σε ένα παράρτημα διπλότυπου φορολογίας σφαζομένων ζώων, το οποίο χρονολογείται στην αρχή του προηγούμενου αιώνα, αναφέρεται ότι σφάχτηκαν 16 κατσίκια και αρνιά και 4 γουρούνια, για τα οποία πληρώθηκαν κάποιοι φόροι οι οποίοι αναλογούσαν σε κάθε περίπτωση.
|
|
Δημόσιος Φόρος |
Δημοτικός φόρος |
Σύνολο |
|
Δια 16 πρόβατα προς δραχ 1 κατά κεφαλήν |
16 |
3 |
19 |
|
Δια 16 ερίφια προς δραχ 1 κατά κεφαλήν |
16 |
3 |
19 |
|
Δια 4 χοίρους προς δραχ 2.50 κατά κεφαλήν |
12 |
|
12 |
Ο προϋπολογισμός της Μονής ελέγχεται και εγκρίνεται από την Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, στην οποία ανήκει. Σύμφωνα με έγγραφο που έχει υπογράψει ο Επίσκοπος Τρίκκης και Σταγών το 1910, ζητά από τη Μονή να του υποβάλλει προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων καθώς και τον ισολογισμό του τρέχοντος έτους, τα οποία θα πρέπει να καταθέσει τον Ιανουάριο του 1911.[9] Επίσης σε άλλο έγγραφο παρουσιάζεται η έγκριση του προϋπολογισμού του έτους 1933: «Εγκρίνομεν τον προκείμενον προϋπολογισμόν με ολικόν ποσόν εσόδων δραχμών 759.000 με ολικόν ποσόν εξόδων δραχμών 749.000 και με αποθεματικόν κεφάλαιον δραχμών 10.000»[10]
Από το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, η Μονή ζητά να εγκριθεί δαπάνη για την κατασκευή πέτρινης γέφυρας και των μυλολίθων που ανήκουν στη Μονή. Για την έγκριση το Ταμείο ζητά: «όπως υποβάλη ημίν προϋπολογισμόν δαπάνης εμπειροτέχνου».[11]
Πολλές φορές το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου επεμβαίνει και αλλάζει το ποσό των εσόδων και των εξόδων. Σύμφωνα με έγγραφο που έχει την ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 1910 και αφορά τον προϋπολογισμό της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αποφασίζεται αύξηση εσόδων και μείωση εξόδων της Μονής.[12]
Επίσης γίνονται κάποιες διορθώσεις ώστε να εξασφαλιστεί αρκετό αποθεματικό. Σε έγγραφο που αφορά τον προϋπολογισμό του έτους 1929, το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου αφού μελέτησε τον προϋπολογισμό, σύμφωνα με τον οποίο: «τα μεν έσοδα ανέρχονται εις δραχ. 225.028 – τα δε έξοδα εις δραχ. 216.440.» Αποφασίζει να προβεί στη διατήρηση των εσόδων: «Ως προς τα έσοδα εγκρίνει ταύτα» αλλά στη μείωση των εξόδων. Αυτά θα ανέρχονται: «εις δραχ. 145.140» ώστε το περίσσευμα να ανέρχεται «εις δραχ. 79.888»[13]
Άλλο έγγραφο που αφορά τον προϋπολογισμό του 1931 παρουσιάζει την οικονομική κατάσταση της Μονής, ενώ καταλήγει ότι δεν θα εγκρίνει συμπληρωματικές πιστώσεις παρά μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις. [14]
Πάντα ακολουθεί ανακοίνωση της απόφασης στο ηγεμονοσυμβούλιο της Μονής, από την οποία ζητούν, αφού λάβει γνώση του περιεχομένου να συμμορφωθεί με αυτό. Η σχέση της Μονής με τη Μητρόπολη για όλα τα θέματα αλλά και για τα οικονομικά είναι ιδιαίτερα στενή.
[1] Δ. Παπανίκου, ό.π., σ.6.
[2] Δ. Παπανίκου, ό.π., σ.6.
[3] Δ. Παπανίκου, ό.π., σ.6
[4] Αρ. Πρωτ. 4082, 30/12/1930.
[5] Προφορική μαρτυρία αδελφής Παρθενίας, μοναχής της Ιεράς Μονής Σταγιάδων, 2007.
[6] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
[7] Αρ. Πρωτ. 715, 24-5-1990.
[8] Αρ. Πρωτ. 2035, 9/3/1928.
[9] Αρ. Πρωτ. 590, Τρίκαλα 21/10/1910.
[10] Αρ. Πρωτ. 80, 1932.
[11] Πρακτικά της Μονής, Αρ. Πρωτ. 1564, 19/10/1921.
[12] Αρ. Πρωτ. 425, 8/12/1910.
[13] Αρ. Πρωτ. 362, 29/1/1929.
[14] Αρ. Πρωτ. 4377, 7/9/1931.
Σχέσεις της μονής με το ελληνικό κράτος
Μας έχουν σωθεί πολλά έγγραφα, τα οποία μαρτυρούν την επικοινωνία της Ιεράς Μονής με το ελληνικό κράτος. Ο Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος, το Νοέμβριο του 1968, συντάσσει ένα έγγραφο, στο οποίο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ζητά τη μετατροπή του μοναστηριού από ανδρικό σε γυναικείο.[1] Μετά από συνοδική απόφαση αποστέλλεται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων αίτημα για να εκδοθεί σχετική απόφαση: «… παρακαλούμεν υμάς, όπως προβήτε εις την ενέργειαν των δεόντων προς έκδοσιν του σχετικού βασιλικού Διατάγματος περί μετατροπής της ως είρηται Ιεράς Μονής από Ανδρώας εις Γυναικείαν»[2]
Άλλη αιτία για επικοινωνία υπήρξαν κάποια οικονομικά θέματα. Υπάρχουν έγγραφα, τα οποία έχουν σταλεί από το Υπουργείο Οικονομικών, όπου παρέχονται πληροφορίες που αφορούν την απόδοση χαρτοσήμου στο κράτος. Υπάρχουν κείμενα με την υπογραφή του Φ. Ζαΐμη, όταν ήταν υφυπουργός των οικονομικών, στα οποία δίνει διευκρινήσεις σχετικά με τα τέλη χαρτοσήμου που πρέπει να αποδώσει στο κράτος. Σε πληροφόρηση που δίνεται στον Οργανισμό Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, τονίζεται ότι: «αι αποδείξεις πληρωμής αντιτίμου κινητών πραγμάτων των παρ’ οιουδήποτε διδόμεναι αυτοίς υπόκεινται εις αναλογικόν τέλος της αστικής κλίμακος συμφώνως προς την παρ. 3 του αρθρ. 13 του κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου.»[3] και ότι: «το γεγονός ότι οι οικονομικοί διαχειρισταί των Ιερών Μονών τυγχάνωσιν δημόσιοι υπάλληλοι … αποτελεί έναν επί πλέον λόγον καθ’ όν τα δικαιολογητικά της διαχειρίσεως αυτών δεον να ώσι νομίμως χαρτοσεσημασμένα διότι άλλως υπόκεινται εις τας αυτάς ποινάς οίας και οι δημόσιοι υπόλογοι»[4]
Έγκριση για προμήθεια έργων των καθηγητών των κ.κ. Ανδρούτσου και Παπαμιχαήλ υπάρχει, η οποία χρονολογείται από το 1930.[5]
Σημαντική ήταν η προσφορά του μοναχισμού στα δύσκολα χρόνια των πολέμων. Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Επιτροπή που είχε συσταθεί για τη συλλογή εράνων για τις άπορες οικογένειες και τα όπλα των επιστράτων, αποστέλλει έκκληση σε όλα τα μοναστήρια για να συνδράμουν στο έργο της. Η Μονή ανταποκρίνεται χωρίς ενδοιασμούς, η οποία για την πράξη της δέχθηκε τις ευχαριστίες της Επιτροπής εράνων.[6] Σημαντική επίσης υπήρξε η σχέση του μοναστηριού με το ελληνικό κράτος, στο οποίο προσέφερε και συνεχίζει να προσφέρει ό,τι μπορεί. Σε σχετική πρόσκληση του Μητροπολίτη Τρικάλων προς όλες τις μονές που ανήκουν στη Μητρόπολή του, η Μονή Σταγιάδων ανταποκρίθηκε και ζήτησε έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου να πιστωθεί το ποσό των 50 δραχμών από τον προϋπολογισμό της ώστε να συνδράμει με το ποσό αυτό στην περίθαλψη των οικογενειών των άπορων επιστράτων των Βαλκανικών πολέμων.[7]
Επίσης από σχετικό έγγραφο του 1914, μαθαίνουμε ότι το ηγεμονοσυμβούλιο της Μονής Σταγιάδων προτίθεται να εγκαταστήσει πρόσφυγες, οι οποίοι θα βρουν κατάλυμα εκεί αλλάς θα χρησιμεύσουν και ως εργατικά χέρια προσφέροντας έτσι «άριστην γεωργικήν εργασίαν»[8] στα κτήματα της Μονής.
Η σχέση της Μονής Σταγιάδων με το κράτος είναι μια σχέση εμπιστοσύνης καθώς σύμφωνα με έγγραφο που βρήκαμε στα αρχεία της Μονής ο Επίσκοπος Τρίκκης και Σταγών ζητά, μετά από εντολή της Αυτού Μεγαλειότητος, από τον ηγούμενο της Μονής να συλλέξει πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της κατοίκου Παναγιώτας Κούτση, η οποία ζήτησε με αίτησή της οικονομική βοήθεια.[9]
[1] Αρχ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 104.
[2] Αρ. Πρωτ. 7145, 28-11-1968.
[3] Αρ. Πρωτ. 6135, 3/12/1931.
[4] Αρ. Πρωτ. 31845, 29/12/1931.
[5] Αρ. Πρωτ. 1702, 20/3/1930.
[6] Επιστολή προέδρου της Επιτροπής εράνων, αρ. πρωτ. 54, 8/12/1915.
[7] Αρ. Πρωτ. 3656, 30/8/1913.
[8] Επιστολή Επισκόπου Τρίκκης και Σταγών, αρ. Πρωτ. 926, 5/6/1914.
[9] Αντίγραφον επιστολής επισκόπου Τρίκκης και Σταγών, Τρίκαλα, 6/7/1922.
Αλληλογραφία – αιτήματα της μονής από τη Μητρόπολη
Συχνή ήταν η επαφή της Μονής με την Μητρόπολη αλλά και με το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Ταμείου για διάφορα θέματα. Ο Οργανισμός Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας ζητά από τα μοναστήρια να αποστείλουν στοιχεία που αποδεικνύουν την περιουσιακή κατάσταση των μοναστηριών. Έτσι με έγγραφο του, ο Ο.Δ.Ε.Π. ζητά από τα τοπικά συμβούλια των μοναστηριών: «ίνα συγκεντρώσωσι και υποάλωσι ημίν δι’ υμών τα κάτωθι στοιχεία επί της μέχρι της 30-6-30 υφισταμένης εις κεφάλαια περιουσίας αυτών»[1]
Ένα άλλο θέμα, το οποίο απασχόλησε την Ιερά Μητρόπολη Τρικάλων ήταν η κλοπή εικόνων και ιερών λειψάνων από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της περιοχής, με σκοπό την πώληση. Με εγκύκλιό της, η Ιερά Μητρόπολη Τρίκης και Σταγών ζητά από τα μοναστήρια να ερευνήσουν ποια απ’ αυτά ή από τις εκκλησίες λείπουν εικόνες, ποιες είναι αυτές και να το αναφέρουν το συντομότερο δυνατό.[2]
Η φροντίδα των χώρων του μοναστηριού είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο απασχολεί την Ιερή Μονή Σταγιάδων. Το 1912 υπάρχει πληροφορία ότι στη θέση Λάκκος κοντά στη Μονή Σταγιάδων το έδαφος υπέστη καθίζηση. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης απαιτείται η ανέγερση τοίχου. Το Συμβούλιο της Μονής ζητά από τον Σεβασμιώτατο Επίσκοπο Τρίκκης και Σταγών να του χορηγηθεί πίστωση από το αποθεματικό κεφάλαιο του προϋπολογισμού για την κατασκευή αυτού του τοίχου.
Η Μονή Σταγιάδων επίσης ζητά από τη Μητρόπολη να της απαντήσει αν μπορεί να επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της Μονής με έξοδα 1.500 δρχ που αφορούν προμήθεια δέκα τόμων της επετηρίδας από την εταιρεία Βυζαντινών σπουδών. Σε απάντησή της, η Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, της αναγνωρίζει το δικαίωμα: «Έχοντες υπ’ όψιν το υπ’ αριθμ. 13066 έγγραφον του Υπουργείου Θρησκευμάτων παραγγέλλομεν υμών, ίνα αναγράψητε εν τοις σχετικοίς προϋπολογισμοίς κονδύλιον δραχ. 1500 δια την προμήθειαν δέκα τόμων της επετηρίδος της εταιρείας Βυζαντινών σπουδών.»[3]
Άμεση επίσης ήταν η εξάρτηση της συγκεκριμένης μονής αλλά και άλλων από το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, στη διοίκηση του οποίου υπάγεται η διαχείριση των οικονομικών. Σε έγγραφο που χρονολογείται στις 12 Μαρτίου 1913 το Γενικό Συμβούλιο κατηγορεί τη Μονή Σταγιάδων για πώληση 100 κιλών σιταριού που έγινε στις 11 Δεκεμβρίου 1911 χωρίς να ζητήσει την σχετική άδεια και έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο ενώ αυτό ορίζεται από σχετικές διατάξεις των νόμων. Η παράβαση του νόμου ΓΥΙΔ, στον οποίο ανήκουν οι διατάξεις που αφορούν τις οικονομικές σχέσεις των μοναστηριών αλλά και των προφορικών συστάσεων του Επισκόπου Τρίκκης θεωρούνται παράνομες πράξεις, γι’ αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου ζητά από τα μέλη του ηγεμονοσυμβουλίου της Μονής να απολογηθούν ενώπιόν του.[4]
Με αναφορά στο Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, το 1914, η Ιερά Μονή Σταγιάδων ζήτησε να της εγκριθούν χρήματα από τον προϋπολογισμό της. Μ’ αυτά επιθυμούσε να συμμετέχει στη χρηματοδότηση της ναυαρχίδας «Κωνσταντίνος» και στην ανέγερση Ανδριάντα της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλιά της Ελλάδας. Η έγκριση υπογράφθηκε 10 Μαΐου 1914.[5]
Επίσης σε διακήρυξη της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών που χρονολογείται στις 28 Ιουνίου 1956 εγκρίνεται πλειοδοτική δημοπρασία πώλησης οικοπέδων που ανήκουν στο Μετόχι του Λιμποχόβου στο χωριό Νέα Κουτσούφλιανη. Στην ίδια διακήρυξη ορίζεται ο τόπος και ο χρόνος της δημοπρασίας καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής της.[6]
[1] Αρ. Πρωτ. 2702, 6/11/1930.
[2] Εγκύκλιος 177, 17/6/1957.
[3] Αριθ. 192, 27/8/1935.
[4] Αρ. Πρωτ. 12/3/1913.
[5] Αρ. Πρωτ. 2258, 10/5/1914.
[6] Διακήρυξη, αρ. 1., 28/6/1956.
Σχέσεις της Μονής με τους κατοίκους των γύρω περιοχών
Η επαφή του μοναστηριού με τους κατοίκους είναι συνεχής. Συχνές είναι οι επισκέψεις των προσκυνητών, όταν θέλουν να επικοινωνήσουν με το Θεό. Εκεί όμως καταφεύγουν συχνά οι κάτοικοι του χωριού Σταγιάδες όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα. Όταν υπάρχει ανάγκη για παροχή βοήθειας ή απλής νοσηλευτικής περίθαλψης, οι κάτοικοι εξυπηρετούνται από τις μοναχές που έχουν σχετικές γνώσεις και εμπειρίες. Για τους προσκυνητές το Μοναστήρι αποτελεί τόπο πνευματικής ανάτασης και εσωτερικής αναγέννησης.[1]
Σε έγγραφο που χρονολογείται τον Οκτώβριο του 1860 σημειώνεται ότι οι κάτοικοι των γύρω περιοχών αντιμετώπιζαν δυσκολίες και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Οι μοναχοί όμως για να μην ερημώσει η περιοχή έμειναν εκεί και πρόσφεραν φιλοξενία σε κάθε έναν που περνούσε, ενώ δέχονταν να πληρώνουν το φόρο που αναλογούσε σε κάθε έναν από τους κατοίκους.[2]
Τόσο μεγάλη ήταν η επαφή των μοναχών με τους κατοίκους, ώστε πολλοί ζητούσαν να θαφτούν εκεί. Σώζεται απόφαση της Μονής σύμφωνα με την οποία εγκρίνεται αίτημα της Αθηνάς Λυμπεροπούλου να θαφτεί ο σύζυγός της στο μοναστήρι: «Γνωμοδοτεί υπέρ της εγκρίσεως της ταφής Βασιλείου Λυμπερόπουλου εξ Αθηνών γνωστού φίλου και ευεργέτου επί σειράν ετών της Ιεράς Μονής, εις τον χώρον του Κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής, σύμφωνα με γραπτήν επιθυμίαν του αποβιώσαντος.»[3]
Σε παλιότερες εποχές μνημονεύεται ότι η Μονή είχε αξιόλογη περιουσία. Η εργατικότητα των μοναχών, αλλά και οι αγορές και δωρεές που έγιναν στο μοναστήρι συνέβαλαν στην απόκτηση μεγάλων εκτάσεων γης καθώς και στην κατοχή αιγοπροβάτων και αγελάδων. Με την περιουσία όμως του μοναστηριού, οι μοναχοί φρόντισαν να κάνουν πολλές προσφορές. Τα λόγια του Κυρίου, που μιλούσαν για αγάπη και για ελεημοσύνη τους ενέπνεαν και τους οδηγούσαν. Με πνεύμα ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας το Μοναστήρι παραχώρησε μεγάλες εκτάσεις γης σε κατοίκους γειτονικών χωριών. Επίσης δέχθηκε τις απαλλοτριώσεις αγροκτημάτων, τα οποία δόθηκαν σαν γεωργικοί κλήροι σε ακτήμονες, κατοίκους του χωριού Σταγιάδων και Κακοπλευρίου.[4]
Υπάρχει δήλωση του 1935, δύο κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι νοίκιαζαν αγροκτήματα της Μονής Σταγιάδων στα οποία βοσκούσαν τα πρόβατά τους. Για τη νομή των αγροκτημάτων υπήρχε σχετικό μισθωτήριο συμβόλαιο που όριζε το χρονικό διάστημα και τις υποχρεώσεις των ενοικιαστών. Με τη σχετική δήλωση οριζόταν υπογραφή νέου μισθωτηρίου συμβολαίου ισχύς ενός έτος (20/11/1935 – 20/11/1936) καθώς και τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι ενοικιαστές: «δηλούμεν ότι είμεθα έτοιμοι να συνταχθή και το προσήκον μισθωτήριον συμβόλαιον δια το λιβάδιον τούτο …»[5]
Πολύ συχνά οι σχέσεις της Μονής με τους κατοίκους χαρακτηριζόταν από αντιπαλότητες, οι οποίες έφταναν μέχρι τα δικαστήρια. Σε μία επιστολή που χρονολογείται το 1935, έχει αποσταλεί στη Μονή από το δικηγόρο Β. Παπαϊωάννου, πληρεξούσιου δικηγόρου της Μονής και αφορά δικαστικά έξοδα για δικαστήρια που έγιναν στο εφετείο Λαρίσης.[6]
Επίσης υπάρχει αίτηση στο Πρωτοδικείο Τρικάλων του προέδρου Κ. Παπαδουλάτου, της Κοινότητας Αγναντιάς, ο οποίος υποστηρίζει ότι στο χωριό υπήρχε αναγνωρισμένο κοινοτικό δάσος με βάση την απόφαση ειδικού δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργία με καθορισμένα όρια, τα οποία το χώριζαν από το δάσος Ο.Δ.Ε.Π. Σταγιάδων. Με την αίτησή του αυτή ζητά να διατηρηθούν τα όρια όπως αυτά είχαν ορισθεί από παλιότερα.[7]
Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 η Μονή Σταγιάδων είχε κάποια οικονομική ευχέρεια. Μάλιστα όταν ήταν Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών ο κυρός Διονύσιος, προσφέρθηκαν από τη Μονή χρήματα και χτίστηκε η Σταγιάδειος αίθουσα. Πρόκειται για μια ευρύχωρη αίθουσα, η οποία βρίσκεται δίπλα στο Επισκοπείο Τρικάλων. Οικοδομήθηκε το 1963 με σκοπό να εξυπηρετήσει το πολύπλευρο πνευματικό έργο της Ιεράς Μητρόπολης. Μέχρι σήμερα σ’ αυτή την αίθουσα έγιναν διαλέξεις και άλλες ομιλίες, ιερατικές Συνάξεις αλλά και συγκεντρώσεις, ενώ φιλοξενήθηκαν και εκθέσεις βιβλίου. Στα δύο γραφεία του κτιρίου στεγάστηκαν Κατηχητικά σχολεία, μαθητικές ομάδες, κύκλοι μελέτης της Αγίας Γραφής και άλλες δραστηριότητες.[8]
Η φιλανθρωπική δράση των μοναχών της μονής είναι γνωστή. Από τα αρχεία της Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών έχουμε συλλέξει πληροφορίες για τις προσφορές της Μονής Σταγιάδων όποτε υπήρχε ανάγκη. Μέσα από έγγραφο της Ιεράς Μητρόπολης φαίνεται ότι το 1907 η Μονή Σταγιάδων συνδράμει για την αποπεράτωση του Νοσοκομείου Τρικάλων.[9] Άλλα έγγραφα παρουσιάζουν αποφάσεις της Μονής να συνδράμει με διάφορα ποσά από τον προϋπολογισμό της για την ίδρυση νυχτερινής σχολής της φιλοπτώχου εκπαιδευτικής εταιρείας. Αποφασίζει λοιπόν να προσφέρει το ποσό των 25 δραχμών από το αποθεματικό κεφάλαιο του προϋπολογισμού του έτους 1909.
[1] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ.103.
[2] Δ. Σοφιανός, ό.π., σ.53.
[3] Πρακτικά Μονής, 2η Πράξις.
[4] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 92.
[5] Δήλωσις κατοίκων, 24/7/1935.
[6] Λογαριασμός Βαϊου Παπαϊωάννου Δικηγόρου, 13/7/1935.
[7] Αίτησις πληρεξουσίου δικηγόρου, Κ. Παπακώστα, 12/12/1963.
[8] Αρχιμ. Γ. Π. Στέφας, ό.π., σ. 93.
[9] Αρ. Πρωτ. 257, Τρίκαλα, 20/11/1907.
Βιωματική σχέση του καθηγητή Αριστοτέλη Ράπτη με τη Μονή Σταγιάδων
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΡΑΠΤΗΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΓΙΑΔΩΝ
15 Αυγούστου 2008
Αυτοβιογραφικό αφήγημα

«Ο άνθρωπος δεν φανερώνει τον εαυτό του με την ιστορία του,
αλλά αγωνίζεται να ξεχωρίσει από αυτή»
Ρ. Ταγκόρ
|
Βράχοι, αητοί και σύδεντρα κρατούν κρυμμένα σήμαντρα κι ηχούν, κι ηχούν τη νιότη μου φίλε και πατριώτη μου.
Τώρα που κόβουν τον καιρό στα δυο οι Συμπληγάδες το περιστέρι στο φτερό πληγώνουν οι Σταγιάδες.
Κάποτε σ’ όνειρο λειψό -μισόσβηστο καντήλι- μου φέρανε την Καλυψώ με τη βαθειά καμπύλη.
Κι αργότερα σε καπηλειά και σε γυναικωνίτες Κίρκες μου ’στηναν τη θηλιά και τέντωναν σαΐτες.
|
Μα εγώ ζητούσα στους ναούς στης Έφεσος τους ουρανούς τα σκαλισμένα γράμματα στα κρεμασμένα τ’ άρματα.
Και μελετούσα στα νερά τα σκοτεινά και φανερά ποτάμια του ανέμου τ’ ακήρυχτου πολέμου.
Μήπως κι εγώ στις μυρουδιές σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο με του μυαλού τις σαϊτιές προσθέσω λίγο δυόσμο.
Μα πώς τον κόσμο να ισιώσεις όσες κι αν κάνεις εξισώσεις… Ο κόσμος είναι μονοπάτι σ’ ενός καλόγερου το μάτι.
|
|
Ηλίας Αναγνώστου |
Εμπνευσμένο από το αυτοβιογραφικό αφήγημα |
Μάνα μου και Παναγιά

|
Eίμαι χαμένος μες στο πλήθος, στης πολιτείας τους καπνούς Όταν πονάω, τραγουδάω , αχ Παναγιά μου, με ακούς; Ήσουνα μάνα κι αδερφή μου, καθάριο φως, γλυκό ψωμί Θεμέλιο της ύπαρξής μου, ήλιος , φεγγάρι και βροχή.
Μάνα μου και Παναγιά μου, Ακριβή παρηγοριά μου.
Εσύ μου έμαθες το χρόνο, τον άχρονο να μη μετρώ Εσύ μου έμαθες τον πόνο, τον άδικο να ξεπερνώ. Αρχόντισσα χιλίων χρόνων, "αθάνατος" κοντά σου εγώ Παναγιά Σταγιαδιώτισά μου, στον κόσμο τούτο το θνητό..
Μάνα μου και Παναγιά μου, Ακριβή παρηγοριά μου.
Πεθύμησα βοσκού φλογέρα, της πρώτης νιότης τη χαρά Για μια φορά να ξαναζήσω, κάνε το θαύμα Παναγιά. Κοντά σου θέλω να γυρίσω, μες στη ζεστή σου αγκαλιά Να νιώσω ένα άγγιγμά σου κι ας είναι για στερνή φορά.
Μάνα μου και Παναγιά μου, Ακριβή παρηγοριά μου.
|
|
|
Εμπνευσμένο από το αυτοβιογραφικό αφήγημα. π. Θανάσης Παπαευθυμίου |
|
Ευγνωμονώ αυτό το μοναστήρι,
όπως ευγνωμονώ τη φλόγα για το φως της.
Κάθε άνθρωπος είναι πρωτίστως πολιτιστική ύπαρξη. Κάποιοι από εμάς έχουμε βαθιά τις ρίζες μας στην παράδοση, στους μύθους, στους θρύλους του τόπου μας, στα παιδικά βιώματα, στο μικρό εκκλησάκι του χωριού που εναποθέταμε όλες μας τις ελπίδες, στη μάνα μας, στην Παναγιά, στα πανηγύρια, στα ακούσματα της βυζαντινής και δημοτικής μουσικής. Πολλές φορές σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι, από αυτή τη σκοπιά, σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα μέσα στα διαμερίσματα μιας μεγαλούπολης.
Ο καθένας μας, λοιπόν, έχει ανάγκη να γνωρίσει καλύτερα την προσωπική του ιστορία, την ιστορία της οικογένειάς του, του τόπου του και γενικότερα της πατρίδας του, για να μπορεί ν’ αγωνίζεται να ξεχωρίσει μέσα από αυτήν δημιουργώντας έτσι τη δική του αυθεντική προσωπικότητα. Παραφράζοντας τη ρήση του Spegler, θα έλεγα πως «αν δεν γράψεις για τον τόπο σου, δεν γράφεις για κανένα, αν δεν γράψεις για την εποχή σου, δεν γράφεις για καμία», που σημαίνει ότι προϋπόθεση για την κατανόηση του ευρύτερου πολιτισμού είναι η αυτογνωσία.
Είναι αλήθεια πως, αυτό που θα ανακαλύψω αν ψάξω στο βάθος της ύπαρξής μου, είναι το Μοναστήρι του χωριού μου. Στους στοχασμούς μου, στον ύπνο μου και στα όνειρά μου βασιλεύει μένοντας πάντα ξέχωρο και μοναχικό. Η ιστορία του χωριού μου, αλλά και της γύρω περιοχής έχει τη σφραγίδα του χιλιόχρονου αυτού μοναστηριού.
Τα προσωπικά μου βιώματα με το μοναστήρι έχουν να κάνουν περισσότερο με πρόσωπα, ιστορικές τοποθεσίες, συναισθήματα και γεγονότα γύρω από τη μακραίωνη ιστορία του. Γράφοντας τη δική μου ιστορία δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να βάζω ένα προσωπικό λιθαράκι στην ιστορία του τόπου μου.
Όταν τώρα επισκέπτομαι το μοναστήρι, εκείνες τις ώρες νιώθω ότι κάνω ανακωχή με το θάνατο, γι’ αυτές στις λιγοστές ώρες που βρίσκομαι εκεί νιώθω, αν όχι αθάνατος, τουλάχιστον είμαι 1000 χρονών, όπως και το μοναστήρι.
Όταν ήμουνα μικρός, είχα την εντύπωση ότι το μοναστήρι ήταν ένα κτίσμα που ήταν σφραγισμένο με τη βούλα της αιωνιότητας. Εκείνος ο μεγάλος τρούλος του μαγειρειού, που η εσωτερική κάπνα του ήταν ένας άλλος εσωτερικός τοίχος, μου προκαλούσε δέος. Τα αιώνια πράγματα δεν έχουν παρελθόν, γιατί αν είχαν δεν θα ήταν αιώνια. Ήταν ένα με τον ήλιο, με τη βροχή, με το φεγγάρι που φέγγιζε τις νύχτες τον κατάμαυρο αυτό τρούλο, τις μελωδίες που συντρόφευαν τα όνειρά μου, τα φτερουγίσματα των γρύλων. Αυτές οι εικόνες είναι σκηνές ενός φιλμ που βρίσκεται στο πιο κρυφό βάθος της ψυχής μου που έρχονται τις νύχτες με τα ακοίμητα αστέρια στα όνειρά μου.
Γράφοντας τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου, κτίζω το δικό μου μοναστήρι, αυτό που είναι μέσα μου, με τα ίδια θεμέλια, αλλά δίχως πέτρες, με πολλά παράθυρα που βλέπεις από έξω προς τα μέσα, με πολλά κανδήλια, με πολύ λιβάνι για να μοσχομυρίζει ο τόπος κατάνυξη και ευλάβεια κι ο καπνός να χορεύει στο ρυθμό της μουσικής των γρύλων ανεβαίνοντας στο σκοτεινό θόλο του ναού.
Τώρα που γράφω για το μοναστήρι, ένα κομμάτι της ζωής μου, συνειδητοποιώ ότι σπατάλησα τις μέρες μου, τα χρόνια μου για να μαθαίνω τις πιο ασυνάρτητες ανοησίες σαν τα κομμάτια ενός παζλ που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Ένα σωρό κομματάκια και θρύψαλα που τώρα χορεύω πάνω στα συντρίμμια τους. Η πολλή μάθηση άσπρισε τα μαλλιά μου κι από τότε που γνώρισα τον Ηράκλειτο άρχισα να τα βάφω μπας και προλάβω τα χρόνια που έχασα!

Μάνα μου και Παναγιά κρυφή παρηγοριά μου
Θυμάμαι, ήταν στην αρχή του εμφυλίου πολέμου, όταν ξαφνικά εκεί που τρώγαμε ακούσαμε τουφεκιές και σε λίγο η καμπάνα του χωριού να χτυπά. Βγαίνοντας έξω είδαμε τους συγχωριανούς να τρέχουν, τα παιδιά να κλαίνε, «Έρχονται οι αντάρτες» φωνάζανε, «φύγετε!». Οπότε μ’ αρπάζει η μάνα μου από το χέρι και τρέξαμε και εμείς να φύγουμε. Όμως φεύγοντας περάσαμε από ένα ξέφωτο μέρος, ακριβώς δίπλα από το μοναστήρι, καλούμενο Γκιρίζι και οι σφαίρες σφυρίζανε δίπλα μας, αλλά καμιά από αυτές δεν πέτυχε κανέναν. Και λέει η μάνα μου, «Ήταν η παναγιά δίπλα μας και μας βοήθησε!».
Στις δέκα λέξεις της μητέρας μου η μία ήταν «Παναγία μου». Όταν στη συνέχεια μέναμε στο παρακάτω χωριό, αρρώστησα βαριά κι όταν έσβηνε η ζωή μου λιποθυμισμένος, δεν θα ξεχάσω αυτό το διάλογο, σαν να ήταν τώρα.
-«Παναγία μου, Παναγία μου.»
-Μανούλα, είπα, γιατί κλαις, γιατί θα πεθάνω;
- Όχι παιδί μου, δεν θα σ΄ αφήσει η Παναγιά να πεθάνεις.
- Μα η Παναγιά μανούλα είναι στο μοναστήρι, είναι πολύ μακριά.
-Όχι παιδί μου είναι μαζί μας, ήρθε και αυτή μαζί μας. Είναι δίπλα στο προσκεφάλι σου.
Μια μέρα, στο ίδιο χωριό, ειδοποιούν τη μάνα μου – η μάνα μου ήταν γυναίκα αντάρτη και μάλιστα καπετάνιου του ΕΛΑΣ – να επισκεφτεί μια ομάδα των ΤΕΑ που στρατοπέδευε σ΄ ένα λοφάκι του χωριού της Οξύνειας. Θεώρησε ότι ήταν καλύτερα να πάρει και μένα μαζί της, μωρό τριών χρονών, με την ελπίδα ότι θα ευαισθητοποιούνταν να μην την πειράξουν ή τη βιάσουν. Αυτό που μόνο θυμάμαι ήταν ότι άρχισαν να δέρνουν τη μάνα μου με χέρια και με πόδια και εγώ να φωνάζω «μανούλα, μανούλα» και να κλαίω. Η επίδραση αυτής της σκηνής ήταν τραυματική για μένα και από τότε άρχισα να ψευδίζω. Ήταν η μεγάλη απογοήτευση της μάνας μου, γιατί η δεύτερη ευκαιρία για να σπουδάσει ο ένας τουλάχιστον γιο της, να γίνω δηλαδή παπάς ή δάσκαλος, χάθηκε. Ο μεγάλος ο γιος της, τον οποίο προόριζε να σπουδάσει, είχε πάθει μηνιγγίτιδα και με αποτέλεσμα να νεκρωθεί ένα τμήμα του εγκεφάλου του κυρίως αυτό που έχει
σχέση με τους αριθμούς. Για το λόγο αυτό γεννήθηκα 10 χρόνια μετά τη γέννηση του αδερφού μου.
Η μάνα μου πήγαινε συχνά στο μοναστήρι και παρακαλούσε την Παναγιά να της χαρίσει ένα γιο για να τον σπουδάσει. Και η Παναγιά της έδωσε αγόρι. Τρεις φράσεις της μάνας μου θυμάμαι, γιατί έγιναν τραγούδι που κάθε φορά το αφουγκράζομαι με ένα βουβό θαυμασμό γι αυτήν. Τρεις φράσεις που τα λόγια έβγαιναν από τα βάθη της αλήθειας, έτσι ακριβώς όπως την περιέγραψε ο Ηράκλειτος με τρεις λέξεις έτοιμες να εκραγούν σαν βόμβες («Ήθος ανθρώπου δαίμων»):
- Θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος γιατί έχεις αραιά δόντια».
- Θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος γιατί είσαι εκλεκτικός στα φαγητά.
- Πω..πω, τι σοφό είναι αυτό που είπες. Μόνο ένα παιδί που προορίζεται να γίνει μεγάλος άνθρωπος θα μπορούσε να το πει.
Η πίστη της μάνας σε μένα με έσωσε. Κάθε φορά που μου τα έλεγε αυτά ένιωθα τη γλυκιά πνοή μιας περαστικής αύρας που έκανε χαρούμενη την καρδιά μου. Φαίνεται πως οι ερμηνείες που είναι πρακτικές είναι πολύ πιο πειστικές («Οκόσων όψις ακοή μάθησις ταύτα εγώ προτιμέω»: Ηράκλειτος). Όταν αργότερα αξιώθηκα να διαβάζω διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα και τις αντίστοιχες παιδαγωγικές θεωρίες, τότε συμπέρανα ότι οι μεγάλες μανάδες μπορεί να μη γνωρίζουν ψυχολογικές και παιδαγωγικές θεωρίες, αλλά τις βιώνουν στη πράξη. Οι μεγάλοι παιδαγωγοί απλά τις καταγράφουν.
Πέρασαν χρόνια πολλά, όταν επισκέφτηκα την αδερφή της μάνας μου και μου είπε: «τώρα που σε βλέπω ότι έγινες καθηγητής στο πανεπιστήμιο θυμάμαι τη μάνα σου που σε θαύμαζε ό,τι και να έλεγες. Εμένα μου φαίνονταν ανοησίες αυτά που έλεγες. Τώρα διερωτώμαι: μήπως είχε δίκιο κι εγώ δεν τα καταλάβαινα;». Ο παππούς μου (ο πατέρας της μάνας μου ήταν παπάς) με έπαιρνε από μικρό και έκανα τον ψάλτη στους εσπερινούς, κυρίως, και στις μικρές γιορτές, στους όρθρους. Περίμενε με ιώβεια υπομονή να διαβάσω τους ψαλμούς στην πανέμορφη βυζαντινή τους γλώσσα. Αυτό που μου έχει απομείνει ως δεξιότητα, είναι να αποστηθίζω πολύ εύκολα κείμενα και να καταλαβαίνω αρχαία κείμενα. Πολλές λέξεις που άρχιζαν από κάπα τις απέφευγα. Θυμάμαι πως ένιωθα ενοχές που δεν τις απήγγειλα. Νόμιζα ότι ο Παππούς μου δεν το έπαιρνε χαμπάρι. Κι όμως, το ήξερε αλλά το έκρυβε. Είχαμε κάνει φαίνεται μυστική συμφωνία. Μια μέρα μου είπε «πως έχω μεγάλη βελτίωση» στην ανάγνωση και ν’ αρχίσω σιγά-σιγά να μην αποφεύγω τις λέξεις που ψεύδιζα. Θυμάμαι πως ντράπηκα και το πρόσωπό μου κοκκίνισε λίγο. Ο παππούς μου το κατάλαβε αμέσως και μ’ αγκάλιασε και με φίλησε.
Ήμουν τετάρτη τάξη του Δημοτικού, όταν η μάνα μού ανακοίνωσε ότι η Παναγιά θα με έκανε καλά. Υπάρχει μια ειδική ευχή της Παναγιάς για παιδιά που ψευδίζουν και θα πηγαίναμε στο μοναστήρι για να τη διαβάσει ο παππούς σου. «Η Παναγιά δεν σε έκανε καλά όταν αρρώστησες; Θα σε κάνει καλά και τώρα», μου είπε. Έτσι πήγαμε στο εκκλησάκι του Μοναστηριού (Όσο πιο παλιό το εκκλησάκι, τόσο μας φαινόταν ότι ήταν πιο κοντά στο Θεό).
Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, ο ήλιος έδυε. Εγώ το ήξερα καλά πως η Παναγιά ήταν εκεί και μας περίμενε. Πήγαμε στο ναό. Ήμασταν όλοι γονατιστοί. Ο παππούς μου ακούμπησε το πετραχήλι στο κεφάλι μου και δεν ήταν στην πύλη, όπως συνηθίζεται, γιατί από την πύλη θα έβγαινε η Παναγιά για να με απαλλάξει από αυτή την αναπηρία. Η μάνα μου κρατούσε μια λαμπάδα, που τρεμόσβηνε ανάμεσα στο μισοσκόταδο και στη λάμψη με τα γλυκά χρώματα του δειλινού, που μικρά παράθυρα από ψηλά, άφηναν να εισχωρεί γύρω από αυτή. Θεϊκή υποβλητικότητα. Μέσα στη σιγαλιά, ακούγονταν η φωνή του παππού μου σαν να ύφαιναν με τα λόγια την αιώνια αρμονία, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τη μουσική της αγάπης. Εγώ, όλη τη διάρκεια αυτής της τελετουργίας, είχα τα μάτια κλειστά και ταξίδευα στο χρόνο, τότε που η Παναγιά μας έσωσε από τις σφαίρες που περνούσαν δίπλα μας, τότε που ήμουνα βαριά άρρωστος και με ακούμπησε με το «θαυματουργό της χέρι». Όλη την ώρα αυτής της τελετουργίας ένιωθα το μυστικό αόρατο άγγιγμά της. Μετά από αυτή την υποβλητική τελετουργία, δεν ξαναψεύδισα.

Ο Παππούς μου
Ο παππούς μου τύχαινε να είναι και πατέρας μου, μια και ο φυσικός πατέρας ήταν στα βουνά και στις φυλακές. (Τον γνώρισα για πρώτη φορά όταν ήμουνα δέκα χρονών). Ο παππούς που ήταν παπάς του χωριού μου και του μοναστηριού. Κάθε μήνα ζούσαμε μαζί με τον παππού την τελετουργία του καφέ. Ανάβαμε μαζί το τζάκι, περιμέναμε να γίνουν τα κάρβουνα. Τον καφέ τον ψήναμε με ένα μηχανισμό σαν σούβλα, όπου περίπου στη μέση υπήρχε ένας κύλινδρος με ένα μικρό πορτάκι. Εκεί μέσα βάζαμε κόκκους άψητου καφέ με ρεβίθια ξερά και λίγο κριθάρι και τα ψήναμε όλα μαζί. Ανοίγαμε κάθε τόσο το πορτάκι και παρατηρούσαμε αν πήραν το κατάλληλο χρώμα.. Όλο το σπίτι πλημμύριζε από τη μυρωδιά του αυτοσχέδιου καφέ, που ακόμα τρέχει μέσα στις φλέβες μου. Μετά ξεκινούσε η δεύτερη φάση, αυτή του αλέσματος. Στην αυλή του μοναστηριού υπήρχε ένα πέτρινο, μεγάλο γουδί με σιδερένιο γουδοχέρι. Σ΄ ένα χάλκινο δοχείο βάζαμε το ψημένους κόκκους και κατόπιν σε μια σήτα, για να κοσκινίσουμε τον καφέ. Το γουδί ήταν δίπλα από ένα πεζούλι στην είσοδο του μοναστηριού, για να είναι προσβάσιμο στους χωριανούς.
Μετά καθόμασταν έξω στο πεζούλι, δίπλα ακριβώς από την κυρία είσοδο του μοναστηριού. Είχε μια καταπληκτική θέα. Ιδιαίτερα τα απογεύματα, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση αφήνοντας να απολαύσουμε τις χρυσαφένιες του ανταύγειες, σημάδι πως το πρόσωπο του ουρανού σε λίγο θα σκεπαζόταν με το μαύρο πέπλο της νύχτας και ο φόβος θα παραμόνευε στο σκοτάδι. Όταν πια η έρημη νύχτα απλώνονταν, τα άστρα άρχισαν να τρεμοσβήνουν σαν λαμπυρίθρες, η μελαγχολική μουσική των γρύλων μας γαλήνευε τη θλίψη και ζυγώναμε όλο και περισσότερο στη μεγαλοσύνη αυτού του κόσμου. Ξαφνικά σωπαίναμε και νιώθαμε τη γοητεία και το φόβο της μοναξιάς και του θανάτου. Μου άρεσε να στοχάζομαι ανάμεσα στα άστρα και να σκέφτομαι πως ίσως σε κάποιο από αυτά να υπήρχε ζωή. Κι η γη μόνη της είναι και ζει τη δική της μοναξιά, ένιωθα, χωρίς αυτό να μπορώ να το αρθρώσω σε σκέψη.
Εκεί με το παππού μου συζητούσαμε κάθε φορά που τελείωνε η τελετουργία του καφέ. Πηγαίναμε μέσα στο εκκλησάκι του μοναστηριού, ανάβαμε ένα κεράκι στην Παναγιά, κάναμε το σταυρό μας και μετά καθόμασταν στο πεζούλι. Μου εξιστορούσε το γενεαλογικό δέντρο και φαίνεται πως αισθάνονταν πολύ τυχερός και υπερήφανος γι’ αυτό, αφήνοντας να εννοηθεί πως έφερε πάνω του ένα βαρύ φορτίο και πάσχιζε να φανεί αντάξιος της πολιτιστικής του κληρονομιάς.
Όλα αυτά προσπαθούσε να τα μεταφέρει και σε μένα. Μου μιλούσε πολλές φορές για τους προπαπούδες μου κι αυτό μ’ άρεσε πάρα πολύ. Αλλά ο παππούς μου δεν το έκανε τυχαία. «Οι προγονοί μας κατάγονται από την Κόνιτσα της Ηπείρου», μου έλεγε. Ήταν μια οικογένεια από πέντε αγόρια και ένα κορίτσι. Ήταν χριστιανός και προύχοντας της περιοχής ο πατέρας τους και προπάππους μας. Στο σπίτι του είχε μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες. Ήταν λόγιος και διάβαζε πάρα πολύ.
Ο Μπέης ερωτεύτηκε την κόρη του και ήθελε να την πάρει οπωσδήποτε. Εξάλλου ήταν εξουσία και μπορούσε να το κάνει. Προσπαθούσε να του εξηγήσει του Μπέη ο προπάππους μας πως δεν είναι δυνατόν μια χριστιανή να παντρευτεί ένα Οθωμανό, αλλά αυτός δεν χαμπάριζε. «Θα την πάρω», έλεγε, «θες δε θες». Ο προπάππους μας έδωσε εντολή στα πέντε αγόρια να ετοιμάσουν έξη μουλάρια με έξη φορτία από βιβλία και να βρίσκονταν όλοι στο κατώγι του σπιτιού.
Είπε στα παιδιά ότι θα έκανε μία τελευταία προσπάθεια να πείσει το Μπέη να μην επιμείνει άλλο. Αν όμως δεν τα κατάφερνε να πείσει τον μπέη κατακτητή, θα χτυπούσε συνθηματικά το πάτωμα με την πίπα του 3 φορές προσπαθώντας ν’ αδειάσει το περιεχόμενο της και αυτό θα ήταν το μήνυμα να ανέβουν επάνω, για να εξοντώσουν τον Μπέη και τους συνοδούς του. Έξω από το χωριό θα έπαιρναν έξι διαφορετικές κατευθύνσεις για να μη τους πιάσουν όλους και ξεκληριστεί η οικογένεια. Ένας από αυτούς ήταν ο Στάμος που κατόπιν έγινε παπάς και τον αποκαλούσαν Παπαστάμο, ο οποίος μετά από πολλές μέρες περιπλάνησης βρέθηκε στο χωριό Μπόζοβο Γρεβενών, όπου και εγκαταστάθηκε.
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός μάλιστα είχε σε μεγάλη υπόληψη τον Παπαστάμο, αν κρίνει κανείς από ένα περιστατικό, που μάς μετέφεραν χωριανοί κοντινών περιοχών: Όταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός, λένε, πέρασε από τη Γεωργίτσα, παρακείμενο χωριό του Μποζόβου, μερικοί κάτοικοι από το Μπόζοβο, που παρακολούθησαν το κήρυγμα του Αιτωλού, τον παρακάλεσαν να περάσει και από το Μπόζοβο. «Δεν χρειάζεται να έρθω.», είπε ο ιερός κήρυκας. «Εκεί έχετε ιερέα τον Παπαστάμο, που είναι ανώτερος από μένα» κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης ξεπρόβαλε μέσα από τα χείλη του, που ήταν χαμένα ανάμεσα στο άσπρο μουστάκι του και τα γένια.
«Ο πατέρας μου», έλεγε ο παππούς μου, «ήταν εγγονός του Παπαστάμου κι όταν απελευθερώθηκε το χωριό μας από τους τούρκους, άφησε όλη του την περιουσία στο Μπόζοβο κι ήρθε εδώ στους Σταγιάδες για να ζήσει στη λεύτερη Ελλάδα». «Και (συνέχιζε) «εδώ, σ’ αυτό το μοναστήρι, μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων ο Παύλος Μελάς. Από τον πατέρα μου!».
Τα λόγια του παππού φαίνεται πως δεν ήταν της φαντασίας του. Στο πλαίσιο της αναζήτησης στοιχείων για τη διερεύνηση της ιστορίας του μοναστηριού, βρήκαμε μια επιστολή του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του, γραμμένη στις 27 Αυγούστου το 1904 στο Μοναστήρι, όπου, μεταξύ άλλων, έγραφε ο Παύλος Μελάς: « Άκούσαμεν τον έσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ό γέρων χωρικός ιερεύς της μονής. Ουδέποτε με τόσην κατάνυξιν μετέλαβα.». Όταν το διάβασα αυτό, δάκρυα συγκίνησης κύλισαν απ’ τα μάτια μου και μια λάμψη ξεπήδησε στο βάθος της ύπαρξής μου, εκεί που φωλιάζουν οι μνήμες με χίλια σχήματα και με χίλιες πτυχές σαν τα χίλια χρόνια ζωής αυτού του μοναστηριού. Μια περηφάνια γεννήθηκε μέσα μου από τους σφυγμούς της ζωής των προγόνων μου, που χορεύουν μέσα στο αίμα της καρδιάς μου στο ρυθμό μιας μουσικής που ζει και πεθαίνει την κάθε στιγμή.
Μου εξιστορούσε ο παππούς πολλά γεγονότα για τον προπάππου μου, από όπου αντλούσα δύναμη μέσα μου για να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στις αξίες που μου κληρονόμησε. Κάποια στιγμή με ρώτησε:
-Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Θα γίνεις παπάς για να συνεχίσεις την παράδοση;
-Δεν ξέρω παππού, ακόμα είμαι πολύ μικρός για να αποφασίσω. Θα μου άρεσε να γίνω δάσκαλος.
-Πάντως αν γίνεις παπάς, να γίνεις παντρεμένος παπάς και όχι ανύπαντρος.
-Τι διαφέρει παππού ο παντρεμένος από τον ανύπαντρο παπά;
Θυμάμαι σαν ήταν χτες. Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου, με πλησίασε πιο πολύ σαν ήθελε να μου εξηγήσει κάτι. Ο παππούς μου μιλούσε πάντα ευθέως για όλα τα πράγματα.
- Να σου πω παιδί μου, το πιο ευτυχισμένο κομμάτι της ζωής μου ήταν την περίοδο που ήμουνα αρραβωνιασμένος με τη γιαγιά σου. Δεν πρέπει να χάσεις αυτά τα συναισθήματα. Κι ακόμη, αν ήμουνα ανύπαντρος παπάς, δεν θα είχα παιδιά, ούτε εσένα να τα λέμε τώρα. Δεν είναι καλύτερα για σένα που είσαι στη ζωή;
Όταν αργότερα, ως μαθητής Γυμνασίου, ήμουν υπότροφος του Οικοτροφείου της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών, ΄δεχόμουν σε αντάλλαγμα της φιλοξενίας πιέσεις να πάω να σπουδάσω στη Χάλκη και να γίνω ανύπαντρος παπάς. Δεν υπήρχε για μένα τότε καμιά άλλη επαγγελματική διέξοδος. Αλλά τα λόγια του παππού μου φτερούγιζαν στο μυαλό και στην καρδιά μου, ενισχύοντας την προσωπική μου διαίσθηση. Έλεγα μέσα μου, «προτιμώ να μη γίνω τίποτα, παρά να παραβλέψω τα λόγια του σοφού παππού μου».
![]() |
![]() |
Ο αιώνιος χρόνος και η Βεργίνα
Στο προαύλιο του μοναστηριού, εκεί που ήταν το γουδί με το μεγάλο σιδερένιο γουδοχέρι, υπήρχε και μια μεγάλη σιδερένια σφαίρα διαμέτρου 40 περίπου εκατοστών. Υπήρχαν πολλοί μύθοι για τη σιδερένια αυτή σφαίρα. Άλλοι λέγανε πως έπεσε από τον ουρανό και μάλιστα δίπλα από το μοναστήρι, όπου υπήρχε μια μεγάλη οπή που δημιουργήθηκε με το πέσιμό της. Άλλοι πάλι λέγανε ότι παλαιότερα οι άνδρες ήταν πολύ πιο χειροδύναμοι και έκαναν αθλήματα με τη σφαίρα αυτή. Αυτοί οι άνθρωποι σε μια περιοχή κάπου δυο χιλιόμετρα από το Μοναστήρι που ονομάζεται Βεργίνα. Εκεί υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός αρχαίων τάφων, όπου πηγαίναμε και σκάβαμε και βλέπαμε τα κόκαλα πεθαμένων. Μας έκανε εντύπωση το ύψος των σκελετών αυτών. Θα πρέπει να πλησίαζαν τα δυο μέτρα. Οι κνήμες ήταν περίπου μιάμιση φορές πιο μεγάλες από εκείνες ενός συνηθισμένου ψηλού ανθρώπου. Οι χωριανοί, μη γνωρίζοντας την αξία τους, τα έβρισκαν στα χωράφια, τα πετούσαν πιο πέρα και συνέχιζαν το όργωμα. Τα παλιά τα χρόνια όλο και κάποιο αντικείμενο ανακάλυπταν και κανείς δεν ξέρει ποια ήταν η τύχη τους.
Τη Βεργίνα περιγράφει και ο Αντώνης Τασίκας στο βιβλίο του «Οι Ίωνες» (1988):
«Από το χάρτη του Πτολεμαίου σε μια ξυλογραφία του Ουλμ του 1486, η περιοχή Βεργίνα φαίνεται να συμπίπτει με τη βόρεια ορεινή Εστιώτιδα.. (Το όνομα Εστιώτιδα προέρχεται από το ότι, σύμφωνα με το μύθο, η περιοχή αυτή δόθηκε από το Δία στη θεά Εστία). Στη βόρεια Εστιώτιδα ανήκε και η πολιτεία της Οξύνειας, που εκτείνεται στους ανατολικούς πρόποδες του Ποίου όρους και κοντά στον ποταμό Ίωνα – στη σημερινή Μύκανη –.
Σε ένα άλλο λεπτομερέστερο χάρτη του Jonhson, της εποχής του 1600 περίπου, σημειώνεται στη θέση της περιοχής Εστιώτιδας η ύπαρξη της Αρχαίας Βουδείας, που ιδρύθηκε προς τιμή της θεάς Αθηνάς, η οποία έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τη γη. Ο ποταμός που ξεκινά από την περιοχή αυτή λέγεται Βούδειος και καταλήγει στον Ίωνα ποταμό. Αυτή η περιοχή σήμερα ονομάζεται Βεργίνα.» (Τασίκας, 1988).
Από τα αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν από χωρικούς της περιοχής και ανήκουν από την παλαιολιθική και τη νεολιθική εποχή, μέχρι και την εποχή του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου, φαίνεται πως στη Βεργίνα υπήρξε διϊστορικά ακμαίος πολιτισμός. (Εργαλεία, αντικείμενα από χρυσό, νομίσματα με τη μορφή του Φιλίππου, αγγεία με μυθολογικές αναπαραστάσεις και διάφορα άλλα ευρήματα βρέθηκαν έκαναν κατά καιρούς αισθητή την παρουσία τους στους χωρικούς που όργωναν και θέριζαν στην περιοχή και έπλαθαν μύθους με το δέος που προκαλούν τα απομεινάρια των χαμένων στο παρελθόν προγόνων τους). Το 1969 παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ένα σπάνιο αγγείο με ανάγλυφες τις παραδόσεις του μύθου της Νιόβης και των Νιοβιδών κατασκευασμένο από μέλανα πηλό. Το αγγείο αναπαριστά τον Απόλλωνα να σημαδεύει και να σκοτώνει τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης μετά από παράκληση της θεάς Άρτεμις προσβληθείσας από τη Νιόβη που υπερηφανεύτηκε ότι αυτή είχε 12 παιδιά, 6 αγόρια και 6 κορίτσια, ενώ η Άρτεμις είχε μόνο ένα.
Τα ίχνη της ιστορικής αυτής δραστηριότητας και ακμής μάς οδηγούν στη σκέψη ότι ίσως δεν είναι τυχαίο που στη γύρω περιοχή υπάρχει και το μοναστήρι Σταγιάδων, κτισμένο το 1004, ένα από τα πλουσιότερα μοναστήρια της Ελλάδας μέχρι το 1910, αλλά σήμερα το πιο φτωχό.
Βούδειος ποταμός δεν υπάρχει πια, αλλά μια μικρή ρεματιά, δίπλα σε ένα λόφο που μοιάζει με τεράστιο τύμβο, για τον οποίο οι χωριανοί είχαν να λένε πολλές θαυμαστές ιστορίες. Στην κορυφή αυτού του λόφου υπάρχει ένας τεράστιος ογκόλιθος από πυρόλιθο σε σχήμα σφαίρας – που η παράδοση λέει ότι «έχει πέσει από τον ουρανό». Μέσα σ’ αυτό το λόφο, λένε οι παραδόσεις, υπάρχει ένα εκκλησάκι (ξωκλήσι ίσως του μοναστηριού). Όταν έπεσε η Πόλη, εκείνη την ώρα λειτουργούσε ένας ιερέας και αυτόματα η εκκλησία βυθίστηκε μαζί με τους εκκλησιαζομένους, γι αυτό και μυρίζει συνεχώς θυμίαμα.
Από αυτούς που απομυθοποιούν ορισμένες παραδόσεις, υποστηρίζεται πως ίσως να υπήρχε κάποτε εκεί ένα εκκλησάκι. Eξ άλλου, πάνω από τις αρχαιότητες συνηθιζόταν να χτίζονται εκκλησίες. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να υπάρχει κάτω από αυτό τον περίεργο λόφο, που η μορφολογία του εδάφους οδηγεί στην ιδέα ότι αυτός δεν είναι φυσικός, αλλά τεχνητός. Άλλοι λένε ότι τα ερείπια μιας εκκλησιάς να σκεπάστηκαν από κατολισθήσεις που έγιναν στην περιοχή, όπως έγινε και με την περίπτωση του χωριού «Σκιαδάρι», που βρισκόταν πάνω από το Μοναστήρι, οι οποίες ανάγκασαν τους χωριανούς να μετοικήσουν σε κοντινές περιοχές.
Οι ιστορίες παλιών χωρικών λένε πως στην κορυφή αυτού του λόφου υπήρχε μια τρύπα από όπου έβγαινε μυρωδιά θυμιάματος. Οι τσοπάνοι της περιοχής έπαιζαν με τη φλογέρα τους κοντά στην τρύπα κι ακούγονταν αντίλαλοι. Για να λύσουν την περιέργειά τους μερικοί βοσκοί άρχισαν να σκάβουν, οπότε ανακάλυψαν κάτι που έμοιαζε με τρούλο εκκλησίας. Αλλά η παράδοση λέει πως άρχισε να αμέσως να βρέχει καταρρακτωδώς οπότε οι τσοπάνοι αναγκάσθηκαν να φύγουν. Όταν επέστρεψαν την άλλη μέρα, βρήκαν στην κορυφή αυτόν τον πυρόλιθο. Από τότε λέγεται ότι όποιος τολμάει να σκάψει, αμέσως πέφτει καταρρακτώδης βροχή!
Εμένα πάντως μου άρεσε πολύ αυτός ο μύθος και τον πίστευα. Συνήθιζα να ξαπλώνω στο λόφο και η σκέψη μου ήταν μέσα στο εκκλησάκι, σ’ αυτούς που ζουν σε άλλες διαστάσεις του χρόνου. Εγώ, έλεγα μέσα μου, κάθε μέρα γυρνάω με το χρόνο, αλλά αυτοί μέσα δεν γερνούν, αφού όπως αποφάσισε η φαντασία των χωρικών, ο χρόνος σταμάτησε να τρέχει. Ακόμη και αλήθεια να μην ήταν, οι ιστορίες σε έκαναν να νιώθεις ένα δέος για το χθες που παραμένει ζωντανό μέσα στο σήμερα. Άρχισα να προβληματίζομαι με την έννοια του χρόνου και να διακρίνω τις πολλές του οπτικές, μία από τις οποίες φανερωνόταν στα όνειρα. Αυτό όμως που με συγκλόνισε, ήταν ένα όνειρο που είδα μικρός μια βραδιά που γύρισα από τη Βεργίνα. Έβλεπα ένα αεροπλάνο να προσπαθεί ώρες ολόκληρες να μην πέσει. Περνούσε κοντά από το έδαφος και ξαναπάλι έπαιρνε ύψος. Περνούσε πάνω από το κεφάλι μου και εγώ κρυβόμουνα μεσ’ τα κοτέτσια μη με δει και πέσει επάνω μου. Σε μια στιγμή έπεσε στο έδαφος κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Ξυπνήσαμε έντρομοι και εγώ και η μάνα μου. Ο θόρυβος προήλθε από ένα πιάτο που το έριξε η γάτα από το τραπέζι. Όλη αυτή η χρονική περίοδος του ονείρου δεν ήταν παρά η στιγμή, που έπεσε το πιάτο. Το πρόβλημα λύθηκε για μένα. Αυτοί μέσα στο εκκλησάκι, μέχρι που να πάρουμε πάλι την Πόλη, θα είναι μια στιγμή, όπως στο όνειρο. Όταν στο πανεπιστήμιο γνώρισα τη θεωρία του Αϊνστάιν, για μένα είχε μία παράξενη οικειότητα. Αυτοί μέσα στο εκκλησίασμα δεν τρέχουν πια στη διάσταση του χρόνου με την ταχύτητα του φωτός, όπως εμείς, μέχρι «να πάρουμε την Πόλη». Αργότερα κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα συλλογικό ευσεβή πόθο, που σήμερα ηχεί αστείος, δεν παύει όμως να φανερώνει ένα ανικανοποίητο όνειρο των απελευθερωμένων από τους Τούρκους χωρικών, που το μοιράζονταν τον παλιό καιρό, χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους, οι έλληνες όλων των περιοχών.
Την Πόλη την ήξερα από τη Γιαγιά μου, γιατί ήταν η πατρίδα της. Πρόγονοί της κατάγονταν από την Πόλη και εκείνη, όταν ήταν μικρή, πήγαινε εκεί στους συγγενείς της. Το σόι της το αποκαλούσαν «Αναγνώστες» γιατί ήξεραν γράμματα και αναγίνωσκαν τις Κυριακές στην εκκλησία τα ψαλτήρια. Η συνύπαρξη του χθες μέσα στο σήμερα μου φαίνονταν σαν τις πολλές διαστάσεις στο χώρο και στο χρόνο. Με βοήθησαν αυτά τα βιώματα, το όνειρο και το εκκλησάκι.
Όταν πήγα στο γυμνάσιο, στις εκθέσεις ήμουν πάτος. Πόσο να με βοηθούσαν οι γλωσσικές εμπειρίες από το ψαλτήρι; Η γλώσσα στο χωριό φτωχή, ιδιάζουσα, διαφορετική από εκείνη των ανύπαρκτων βιβλίων στο μονοθέσιο σχολείο μας. Ζούσα σε μια γλωσσική σχιζοφρένεια. Δεν μιλούσαμε τη γλώσσα που μαθαίναμε στο σχολείο και ντρεπόμασταν όταν γράφαμε με αυτή που μιλούσαμε. Όταν έγραφα τη γλώσσα που μιλούσαμε στο χωριό, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, ούτε καμιά λογοτεχνική αξία γι’ αυτούς που τη βαθμολογούσαν. Ακόμα και στο μάθημα των μαθηματικών, ενώ ήμουνα πολύ καλός και έλυνα όλες τις ασκήσεις (μάλιστα στην πρώτη Γυμνασίου μέσα στα 120 παιδιά μόνο εγώ βρήκα τη λύση και των δύο προβλημάτων), δεν πήρα το βαθμό άριστα (που ήταν 20) αλλά μόνο 15 γιατί δεν ήξερα να εκφράσω πώς σκέφτηκα να το λύσω. Κάθε εβδομάδα που γράφαμε έκθεση, η καθηγήτριά μου συνήθιζε να ζητά από τους μαθητές να διαβάσουν την καλύτερη έκθεση. Μια φορά όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, η καθηγήτρια ανακοίνωσε στην τάξη ότι πρώτη από τις εκθέσεις ήταν η δική μου. Ξαφνιάστηκα.. Το θέμα της έκθεσης ήταν: «Το καλύτερό μου δώρο».
Μερικά πράγματα μου είναι ακόμα ανεξήγητα. Δεν ξέρω – ούτε τότε ήξερα – γιατί έγραψα αυτή την έκθεση. Περιληπτικά η έκθεση έλεγε τα εξής: Όταν η μάνα μου γύριζε στο χωριό από την Καλαμπάκα, μου έφερνε πάντα ένα δώρο. Προτιμούσε να παίρνει λίγο ψωμί από το χωριό, για να τρώει το μεσημέρι και με τα λεφτά που γλύτωνε έπαιρνε ένα μικρό δωράκι. Οι συγχωριανοί της την κορόιδευαν συνεχώς γιατί έτσι όπως με καλομάθαινε, όταν θα μεγάλωνα, θα την πετούσα έξω από το σπίτι. Αυτή τη φορά μου έφερε ένα ρολόι. Το έβαλα στο χέρι μου και έτρεχα παντού και έφτασα στη Βεργίνα. Πήγα στο παρεκκλήσι και ξάπλωσα. Γι αυτούς που ήταν μέσα, τα ρολόγια ήταν σταματημένα, ενώ για μας τους ζωντανούς το ρολόγι έπρεπε να τρέχει κάνοντας τικ-τακ Έτσι όπως καθόμουνα, έβαλα το χέρι στο αυτί και δεν άκουγα τους κτύπους του ρολογιού. Το άνοιξα και είδα ότι ήταν «κούφιο». (Η καθηγήτρια μου διόρθωσε αυτή τη λέξη και την αντικατέστησε με τη φράση «ήταν άδειο, χωρίς μηχανισμό», όμως για μένα η λέξη κούφιο, είχε τη σημασία της). Τελείωνα με την πρόταση «Τότε, αντί ν’ απογοητευτώ, μια χαρά ξεπήδησε από μέσα μου». Με ρώτησε η καθηγήτρια «Πες μας, γιατί χάρηκες και δεν απογοητεύτηκες»; «Κυρία, δεν θα ήθελα να μετρώ κάτι που δεν υπάρχει» της είπα. Η συμμαθήτριά μου, που πάντα σχεδόν η έκθεσή της έβγαινε πρώτη, γέλασε ειρωνικά παρασύροντας και τους άλλους μαθητές. «Παιδιά, λέει η καθηγήτρια, «μη γελάτε, εμένα πάντως η έκθεση αυτή με έκανε και δάκρυσα». Πολλά χρόνια αργότερα διαβάζοντας Ταγκόρ, βρήκα την απάντηση που αν ήξερα να εκφραστώ θα την έλεγα τότε: «Ο Καιρός είναι ο πλούτος της αλλαγής, μα το ρολόι, που είναι η παρωδία του, το κάνει να είναι μόνο αλλαγή και όχι πλούτος».
Υπάρχουν πολλές δοξασίες για το παρεκκλήσι αυτό στο λοφάκι της Βεργίνας. «Όταν κάποιοι πάνε να σκάψουν εκεί», λένε, «τότε γίνεται κατακλυσμός με αστραπές και τους αναγκάζει να φεύγουν». Ένας από τους χωριανούς μάς έλεγε ότι πήγε να σκάψει, ενώ ο ουρανός ήταν καθαρός. Παρόλα αυτά, μετά από λίγο, άρχισε να βρέχει και αναγκάστηκε να φύγει. ‘Άλλοι που επιχείρησαν να σκάψουν, πέθαναν σε λίγες μέρες. Δεν είναι δύσκολο οι άνθρωποι να δώσουν τη δική τους ερμηνεία στις συμπτώσεις.
Ήταν το 1986, μετά την ανακάλυψη του τάφου του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο στη θέση Βεργίνα. Τηλεφωνήθηκα με τον Ανδρόνικο και του εξιστόρησα όλη την παράδοση για το παρεκκλήσι και για τα αρχαία που είχαν βρεθεί. Θα πρέπει να πω μέχρι το 1986 η Βεργίνα δεν είχε χαρτογραφηθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία, τη στιγμή που οι αρχαιοκάπηλοι την ήξεραν και τη λεηλατούσαν κατ’ εξακολούθηση. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τη Βεργίνα, έβρισκα πάντα τα ίχνη παράνομων ανασκαφών. Ο κ. Ανδρόνικος λόγω της αρρώστιας του, είπε ότι δεν μπορεί να έρθει και με σύστησε στον έφορο της αρχαιολογικής υπηρεσίας της Λάρισας, όπου υπάγεται η περιοχή. Έτσι ήταν Μάιος του 1986, όταν δώσαμε ραντεβού στα Τρίκαλα για να οδηγήσω τους ειδικούς αρχαιολόγους στη Βεργίνα. Η μέρα ήταν ανοιξιάτικη με ήλιο που εναλλασσόταν με περιοδικές βροχές. Πάντως όταν βρεθήκαμε κοντά στη Βεργίνα, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Εξιστόρησα στους αρχαιολόγους για τις παραδόσεις του παρεκκλησιού. Στη διαδρομή προς στις παρειές του λόφου οι αρχαιολόγοι έβλεπαν μικρά νεολιθικά και παλαιολιθικά εργαλεία και αντικείμενα που εγώ δεν θα τους έδινα καμιά σημασία. Φτάνοντας όμως κοντά στο λόφο και ανηφορίζοντας, έπιασε μια καταρρακτώδης βροχή συνοδευομένη με αστραπές και βροντές και αναγκαστήκαμε να φύγαμε, καθώς ήμασταν εκτεθειμένοι στο ύψωμα.
Μετά από μία μια διαδρομή περίπου 500 μέτρων, ο ουρανός έγινε πάλι πεντακάθαρος. Αποφασίσαμε να ξαναγυρίσουμε, αλλά μόλις φτάσαμε πάλι στις παρειές άρχισε μια νέα βροχή μεγαλύτερης έντασης από την προηγούμενη. Μας έπιασε όλους ένα ανεξήγητο δέος και αλληλοκοιταχθήκαμε χαμογελώντας, σαν να διαβάζαμε τη σκέψη που μας γεννήθηκε προς στιγμή, αλλά ντρεπόμασταν να την εξωτερικεύσουμε. Ότι δηλαδή, ο θρύλος που συνδέεται με την περιοχή των αρχαιοτήτων άσκησαν μια επιρροή πάνω μας, χωρίς καν να τους πιστεύουμε! Στα πεντακόσια μέτρα πιο κάτω, ο ουρανός ήταν πάλι ολογάλανος. Μια ηρεμία κυριάρχησε στη γύρω φύση και το ανάλαφρο ανοιξιάτικο αεράκι μας έφερνε τη μουσική του φλύαρου ρυακιού που περνούσε δίπλα στο παρεκκλήσι. Εμείς δρασκελούσαμε τα γελούμενα ρυάκια ανάμεσα στα πανάρχαια δέντρα με τα λουλούδια να ξεθυμαίνουν το άρωμά τους ευγνωμονώντας τη βροχή για τη ζωή που τα παρέχει. Γυρίζοντας πίσω, αγναντέψαμε για τελευταία φορά το λόφο, ενώ ανάμεσα στα βουνά και τα λαγκάδια ξεπρόβαλε το μοναστήρι πάνω σε μια χρυσαφένια ανταύγεια του ήλιου που έγερνε προς τη δύση.
Με το συμβάν αυτό το παιδί μέσα μου ήρθε σε σύγκρουση με τον ενήλικα επιστήμονα. Αυτό το γεγονός να ήταν άραγε μόνο σύμπτωση; Μα τέτοια σύμπτωση; Γιατί κανένας μας δεν ήθελε να επιχειρήσουμε για τρίτη φορά να βρεθούμε στο λόφο; Δεν θέλαμε να διαψεύσουμε το μύθο άραγε; Ποια είναι τα όρια μεταξύ γνώσης και μύθου; Η σκέψη μου συμβιβάστηκε με τα λόγια του αγαπημένου μου Ηράκλειτου:
«Συλλάψιες όλα ουχ όλα,
Συμφερόμενον διαφερόμενον,
Συνάδον διάδον,
Εκ πάντων εν
Και εξ ενός πάντα.»
Δηλαδή:
«Συναρμογές όλα και ουχ όλα,
Εκείνα που συγκλίνουν κι εκείνα που απομακρύνονται.
Εκείνα που συμφωνούν κι εκείνα που διαφωνούν.
Από τα πάντα το ένα
Κι από το ένα τα πάντα.»
Εκείνα που «συμφωνούν κι εκείνα που διαφωνούν», σαν το μονοπάτι που είναι ανήφορος και κατήφορος, αλλά το μονοπάτι είναι ένα. Το παιδί μέσα μου χρειάστηκε να συνυπάρξει με τον ενήλικα, σαν μια μουσική αρμονία της καρδιάς και του μυαλού, του μύθου (που είναι παιδί της ακοής και της αφήγησης) και της πραγματικότητας, όπως την ερμηνεύει η λογική και η επιστήμη..

Το μαγειρειό με τον τρούλο.
Όταν έβλεπες το μοναστήρι από μακριά, δέσποζε ένας μαύρος τρούλος που πάντα κάπνιζε. Στα 1000 χρόνια ζωής του πολλές πυρκαγιές εξαφάνισαν κειμήλια, βιβλιοθήκες που, όπως αναφέρεται, ήταν οι πλουσιότερες όλων των μοναστηριών της περιοχής. Λόγω των πυρκαγιών, πολλά τμήματα του μοναστηριού ξανακτίστηκαν. Το μόνο τμήμα του που δεν φοβόταν τη φωτιά, ήταν το μαγειρειό. Για το λόγο αυτό επιβίωσε για 770 χρόνια. Ήταν το μέρος του μοναστηριού που δεν φοβόμουνα καθόλου. Ένιωθα να με προστατεύει η φωτιά με τη λάμψη και τη ζεστασιά της. Δεν ξέρω, γιατί αλλά οι τρούλοι συνήθως υποδηλώνουν ναούς και όχι μαγειρειά. Εδώ φαίνεται ότι ήταν ο ναός της λατρείας του γήινου ανθρώπου. Πιθανόν γι αυτό μου άρεσε τόσο πολύ το μαγειρειό. Παρατηρούσα τον καπνό ν’ ανεβαίνει, έφτανε στον τρούλο, έκανε βόλτες και μετά από ένα από τα πολλά παραθυράκια του τρούλου έβγαινε και ταξίδευε στον ουρανό. Κοίταξε έλεγα μέσα μου, η φωτιά έχει δυο παιδιά τη στάχτη και τον καπνό. Ενώ ο καπνός ταξιδεύει για τον ουρανό η στάχτη είναι καταδικασμένη να είναι κολλημένη στη γη. Η φωτιά μοιάζει με τον πόλεμο. «Πόλεμος πάντων πατήρ πάντων βασιλεύς, τους δε θεούς ανέδειξε τους δε ανθρώπους, τους δε δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους». Η στάχτη τα απομεινάρια της ματαιότητας…
Μαγειρεύαμε σ’ αυτό το μαγειρειό. Ο ηγούμενος, πατέρας Γεννάδιος, ήταν καταπληκτικός μάγειρας. Στη ζωή μου δεν έχω δοκιμάσει νοστιμότερα φαγητά. Όταν φυσούσε κι ο άνεμος δεν είχε αναπαμό και το μουγκρητό του αέρα περνούσε απ’ τα παράθυρα του τρούλου και εγκλώβιζε τον καπνό στο εσωτερικό του μαγειρειού, εμείς ήμασταν βουτηγμένοι στα δάκρυα και βήχαμε. Αφιλόξενο το μαγειρειό σ’ αυτές τις ανεμοδαρμένες νύχτες. Αν κοιτούσες ψηλά προς τον τρούλο έβλεπες ένα μαύρο πέπλο, το σάβανο από καπνό και θάνατο, η άλλη όψη της ύπαρξής μας. Τότε σβήναμε τη φωτιά και με ένα φανάρι μέσα στο βουβό σκοτάδι πηγαίναμε στο πιο απομακρυσμένο κελί του μοναστηριού, όπου κει μας περίμενε η θαλπωρή του τζακιού. Όταν πάλι τα βράδια ήταν ήρεμα με ολόγιομο φεγγάρι, η φεγγαροφώτιστη σιωπή της νύχτας περνούσε μέσα από τα ανεμοδαρμένα και καπνισμένα ανοίγματα του τρούλου και μαζί με τη λάμψη της
φωτιάς γαλήνευε τη θλίψη μας και γίνονταν μια γλυκιά μελωδία στις μοναξιές των καρδιών όλων μας που αναζητούν να βρουν φωνή στη σιωπή του θεού που ξαπλώνεται παντού. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα οι επιθυμίες γίνονται λωλές και η ζωντανή πνοή του θεού θρονιαζόταν στο άδυτο της καρδιάς μας.
Όταν μετά από πολλά χρόνια επέστρεψα στο χωριό μου αντίκρισα το μοναστήρι χωρίς τον τρούλο του μαγειρειού. Μια μαχαιριά πέρασε απ΄ την καρδιά μου σπάζοντας μερικές απ’ τις χορδές δοξαριού κι η θλιβερή μουσική του θανάτου ξεχύθηκε μέσα μου. Επτακόσια εβδομήντα χρόνια ιστορίας εξαφανίστηκαν κάτω από τις ερπύστριες μιας μπουλντόζας. Η αλαζονεία του νεοέλληνα να κτίζει πάνω στα συντρίμμια της ιστορίας του, μέσα στην άγνοια και την απαιδευσιά, που περιφρονεί το παλιό μη γνωρίζοντας την αξία του και την ομορφιά της αυθεντικότητας. Γκρέμισμα στο βωμό της ανοικοδόμησης! Όπως τότε, που οι βυζαντινοί έκτιζαν τους χριστιανικούς ναούς στα συντρίμμια των αρχαίων ναών. Αισθανόμουν ότι ο θεός του γκρεμισμένου τρούλου δεν θα το συγχωρούσε ποτέ αυτό…
Ο πατέρας Γεννάδιος πέθανε και το μοναστήρι το ανέλαβαν μια ομάδα από νέες μοναχές που έδωσαν τη ζωή τους για την επιβίωση αυτού του μοναστηριού. Δεν ήταν μόνο ο τρούλος του μαγειρειού που γκρεμίστηκε. Και ο τρούλος του ορθόδοξου ελληνισμού είχε αρχίσει κι αυτός να γκρεμίζεται. Την περίοδο εκείνη η χώρα μας περνούσε τη φάση της μετάβασης από το μονοκομματικό κράτος της «δεξιάς» σε ένα κράτος ψηφοθηρικού αναχρονιστικού λαϊκισμού και ενός πρωτόγονου «προοδευτισμού» που θεωρούσε ότι από μόνο του το αδιάκριτο γκρέμισμα και η πολεμική ενάντια σε ορισμένους θρησκευτικούς θεσμούς θα απέβαιναν αυτομάτως προς όφελος των φτωχότερων τάξεων - γιατί έτσι δήθεν επιτυγχάνεται η αφύπνισή τους και παραχωρείται σ’ αυτές ένα μέρος δύναμης και εξουσίας. Τότε καταλάβαμε κι εμείς που ελπίζαμε σε αλλαγές, ότι άλλο είναι τα λόγια στα βιβλία και άλλο η πραγματικότητα. Συνειδητοποιήσαμε ότι όσο στείρος υπήρξε ο συντηρητικός λογιοτατισμός, η απροσάρμοστη προγονοπληξία και η υποκριτική χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα «εθνικοφροσύνη», άλλο τόσο άγονος και αντιδιαλεκτικός αποδεικνύεται ο κοντόφθαλμος οικονομισμός, ο ανιστόρητος «εκσυγχρονισμός» και ο ψηφοθηρικός λαϊκισμός, που, αντί να χτίζει δίκαιους νόμους, υπέθαλψε κατά τη «μεταπολίτευση» τις εχθρικές βλέψεις των πολιτών απέναντι στα μοναστήρια. «Από το ένα άκρο στο άλλο! Πότε άραγε θα μπορέσουμε να βρούμε το χρυσό κανόνα του μέτρου σ’ αυτή τη χώρα»; Σκέφτομαι τώρα, καθώς έρχεται στο νου μου ένα περιστατικό, που με ξαναέφερε κοντά στο μοναστήρι μετά από πολλά χρόνια απουσίας μου από το χωριό Σταγιάδες:
Το μοναστήρι Σταγιάδων ήταν από τα πλουσιότερα, έγινε όμως ένα από τα πιο φτωχά. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει για να συντηρείται, ήταν ένα δάσος στο Ρίγκλοβο από το οποίο είχε λίγα έσοδα από τη ξυλοκοπή. Οι κάτοικοι όμως του διπλανού χωριού, την εποχή που προανέφερα, φορώντας κουκούλες (όπως οι διαρρήκτες τραπεζών) λεηλατούσαν το δάσος προς ίδιον όφελος, χωρίς να παρεμποδίζονται από καμιά υπεύθυνη κρατική υπηρεσία. (Επισυνάπτω ορισμένα δημοσιεύματα που έκανα στον τοπικό τύπο χωρίς φυσικά καμιά ανταπόκριση από τους αρμόδιους φορείς. Αυτά βρίσκονται στη διεύθυνση: http://pse.primedu.uoa.gr/users/stajia/Articles.html ). Αυτό που δεν έκαναν οι Τούρκοι επί 400 χρόνια το κάνουμε εμείς με τα ίδια μας τα χέρια, να καταστρέφουμε μόνοι μας την πολιτιστική μας κληρονομιά, δείχνοντας πως για μας η ιστορία δεν σημαίνει τίποτα.
Πάνω από το μοναστήρι, σε τρία χιλιόμετρα περίπου, υπήρχαν τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας μέχρι το 1912. Εκεί υπήρχαν βρίσκονταν τα τελωνεία, που η ονομασία τους σώζεται μέχρι σήμερα. Στην τοποθεσία αυτή είχαν κατασκηνώσει ελληνικά στρατεύματα. Γύρω στο 1910-12 υπηρετούσε ως Λοχίας ο μετέπειτα αντιβασιλέας Κονδύλης. Ένας τσοπάνος από το χωριό Κακοπλεύρι, περίπου 4 χιλιόμετρα από το μοναστήρι, κατά λάθος μπήκαν τα πρόβατά του σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Οι τούρκοι στρατιώτες κατέσχεσαν το κοπάδι με τα πρόβατα και άρχισαν να τα σφάζουν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον ελληνικό στρατό και ο Κονδύλης αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά για να τους εμποδίσει. Ένας όμως στρατιώτης είπε στον Κονδύλη ότι δεν χρειάζεται να επέμβουν και να σκοτώνονταν άδικα. Πήγε λοιπόν ο στρατιώτης, ο οποίος και μιλούσε την τουρκική γλώσσα και ανήγγειλε στην τούρκικη στρατιωτική πλευρά πως το κοπάδι με τα πρόβατα ανήκουν στο μοναστήρι. Τότε ο στρατιωτικός διοικητής απελευθέρωσε αμέσως τα πρόβατα και είπε ότι ζητάει συγγνώμη από τον Ηγούμενο γι’ αυτή την περιπέτεια. (Πηγή Κωνσταντίνος Σιούτας, κάτοικος Σταγιάδων)
Το μοναστήρι Σταγιάδων ήταν από τα πλουσιότερα, έγινε όμως ένα από τα πιο φτωχά. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει για να συντηρείται, ήταν ένα δάσος στο Ρίγκλοβο από το οποίο είχε λίγα έσοδα από τη ξυλοκοπή. Οι κάτοικοι όμως του διπλανού χωριού, την εποχή που προανέφερα, φορώντας κουκούλες (όπως οι διαρρήκτες τραπεζών) λεηλατούσαν το δάσος προς ίδιον όφελος, χωρίς να παρεμποδίζονται από καμιά υπεύθυνη κρατική υπηρεσία. (Τα δημοσιεύματα βρίσκονται στην ίδια ιστοσελίδα). Αυτό που δεν έκαναν οι Τούρκοι επί 400 χρόνια το κάνουμε εμείς με τα ίδια μας τα χέρια, να καταστρέφουμε μόνοι μας την πολιτιστική μας κληρονομιά, δείχνοντας πως για μας η ιστορία δεν σημαίνει τίποτα.
Πάνω από το μοναστήρι, σε τρία χιλιόμετρα περίπου, υπήρχαν τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας μέχρι το 1912. Εκεί υπήρχαν βρίσκονταν τα τελωνεία, που η ονομασία τους σώζεται μέχρι σήμερα. Στην τοποθεσία αυτή είχαν κατασκηνώσει ελληνικά στρατεύματα. Γύρω στο 1910-12 υπηρετούσε ως Λοχίας ο μετέπειτα αντιβασιλέας Κονδύλης. Ένας τσοπάνος από το χωριό Κακοπλεύρι, περίπου 4 χιλιόμετρα από το μοναστήρι, κατά λάθος μπήκαν τα πρόβατά του σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Οι τούρκοι στρατιώτες κατέσχεσαν το κοπάδι με τα πρόβατα και άρχισαν να τα σφάζουν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον ελληνικό στρατό και ο Κονδύλης αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά για να τους εμποδίσει. Ένας όμως στρατιώτης είπε στον Κονδύλη ότι δεν χρειάζεται να επέμβουν και να σκοτώνονταν άδικα. Πήγε λοιπόν ο στρατιώτης, ο οποίος και μιλούσε την τουρκική γλώσσα και ανήγγειλε στην τούρκικη στρατιωτική πλευρά πως το κοπάδι με τα πρόβατα ανήκουν στο μοναστήρι. Τότε ο στρατιωτικός διοικητής απελευθέρωσε αμέσως τα πρόβατα και είπε ότι ζητάει συγγνώμη από τον Ηγούμενο γι’ αυτή την περιπέτεια. (Πηγή Κωνσταντίνος Σιούτας, κάτοικος Σταγιάδων)
Το μοναστήρι Σταγιάδων ήταν από τα πλουσιότερα, έγινε όμως ένα από τα πιο φτωχά. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει για να συντηρείται, ήταν ένα δάσος στο Ρίγκλοβο από το οποίο είχε λίγα έσοδα από τη ξυλοκοπή. Οι κάτοικοι όμως του διπλανού χωριού, την εποχή που προανέφερα, φορώντας κουκούλες (όπως οι διαρρήκτες τραπεζών) λεηλατούσαν το δάσος προς ίδιον όφελος, χωρίς να παρεμποδίζονται από καμιά υπεύθυνη κρατική υπηρεσία. (Επισυνάπτω ορισμένα δημοσιεύματα που έκανα στον τοπικό τύπο χωρίς φυσικά καμιά ανταπόκριση από τους αρμόδιους φορείς. Αυτά βρίσκονται στη διεύθυνση: http://pse.primedu.uoa.gr/users/stajia/Articles.html ). Αυτό που δεν έκαναν οι Τούρκοι επί 400 χρόνια το κάνουμε εμείς με τα ίδια μας τα χέρια, να καταστρέφουμε μόνοι μας την πολιτιστική μας κληρονομιά, δείχνοντας πως για μας η ιστορία δεν σημαίνει τίποτα.
Πάνω από το μοναστήρι, σε τρία χιλιόμετρα περίπου, υπήρχαν τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας μέχρι το 1912. Εκεί υπήρχαν βρίσκονταν τα τελωνεία, που η ονομασία τους σώζεται μέχρι σήμερα. Στην τοποθεσία αυτή είχαν κατασκηνώσει ελληνικά στρατεύματα. Γύρω στο 1910-12 υπηρετούσε ως Λοχίας ο μετέπειτα αντιβασιλέας Κονδύλης. Ένας τσοπάνος από το χωριό Κακοπλεύρι, περίπου 4 χιλιόμετρα από το μοναστήρι, κατά λάθος μπήκαν τα πρόβατά του σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Οι τούρκοι στρατιώτες κατέσχεσαν το κοπάδι με τα πρόβατα και άρχισαν να τα σφάζουν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον ελληνικό στρατό και ο Κονδύλης αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά για να τους εμποδίσει. Ένας όμως στρατιώτης είπε στον Κονδύλη ότι δεν χρειάζεται να επέμβουν και να σκοτώνονταν άδικα. Πήγε λοιπόν ο στρατιώτης, ο οποίος και μιλούσε την τουρκική γλώσσα και ανήγγειλε στην τούρκικη στρατιωτική πλευρά πως το κοπάδι με τα πρόβατα ανήκουν στο μοναστήρι. Τότε ο στρατιωτικός διοικητής απελευθέρωσε αμέσως τα πρόβατα και είπε ότι ζητάει συγγνώμη από τον Ηγούμενο γι’ αυτή την περιπέτεια. (Πηγή Κωνσταντίνος Σιούτας, κάτοικος Σταγιάδων).

Ο Ηγούμενος της Μονής π. Γεννάδιος Βαδέλλας
Την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου Ηγούμενος του Μοναστηριού ήταν ένας ιερωμένος μοναχός ο π. Μόδεστος. Όλοι στο χωριό μιλούσαν για τον π. Μόδεστο. Η μάνα μου τον είχε σαν παράδειγμα. Ο π. Μόδεστος κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής πήγαινε σε όλα τα γύρω χωριά και κήρυττε το λόγο του θεού. Όμως τα χρόνια περάσανε και ήρθε ο εμφύλιος και ο κόσμος διαιρέθηκε στα δύο. Αν δεν ήσουνα στη μία πλευρά, αμέσως σε κατέτασσαν στην άλλη. Ο π. Μόδεστος ως γνήσιος εκπρόσωπος της χριστιανικής ιεροσύνης ήταν αντίθετος με αυτούς που κήρυτταν ότι η θρησκεία ήταν το όπιο του λαού και έπρεπε να αφανιστεί. Επειδή πάνω του κουβαλούσε μια λεβεντιά και αξιοπρέπεια το έλεγε η ψυχή του και πήγαινε στα χωριά και από τον άμβωνα της εκκλησίας το διακήρυττε.
Ο τότε μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών διεμήνυσε στους κληρικούς των μοναστηριών να κατέβουν στα Τρίκαλα γιατί κινδυνεύουν. Ο π. Μόδεστος αρνήθηκε ν’ αφήσει το ποίμνιό του. Σε ένα κήρυγμά του τόνισε πως αν εγκαταλείψουμε το ποίμνιό μας, ποιος θα θάβει τους νεκρούς, ποιος θα εξομολογεί και θα μεταλαβαίνει τον κόσμο; Μια Κυριακή πρωί πήγε στο ναό για τη θεία λειτουργία και είδε συνθήματα γραμμένα πάνω στις αγιογραφίες και εξοργίστηκε κι έβγαλε ένα πύρινο λόγο κάνοντας τον κόσμο να δακρύσει.
Προφανώς συνελήφθη και ο π. Μόδεστος είχε ένα οδυνηρό τέλος. Βασανίστηκε, εξευτελίστηκε αφού τον ξεγύμνωσαν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο και τελικά θανατώθηκε βάναυσα.
Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου το μοναστήρι είχε καταληφθεί από τον ΕΛΑΣ και είχε γίνει κέντρο παραγωγής ρουχισμού για τις ανάγκες των οπλιτών του. Μετά τον εμφύλιο υπήρχε ένας μοναχός, ο π. Μελέτης. Ο π. Μελέτης δεν επικοινωνούσε πολύ με το περιβάλλον και εμείς, μικρά παιδιά τότε, πηγαίναμε και τον κοροϊδεύαμε θεωρώντας ότι αυτό είναι ένα παιγνίδι. Ήταν πολύ διασκεδαστικό για μας να τον εκνευρίζουμε κι εκείνος να μας πετάει πέτρες ή να μας
κυνηγάει. Το 1955 ο τότε Μητροπολίτης και Σταγών Δωρόθεος χειροτόνησε ως ηγούμενο τον π. Γεννάδιο Βαδέλλα. Θυμάμαι ότι όλο το χωριό πήγε στην τελετή της χειροτονίας ελπίζοντας ότι αυτό το μοναστήρι θα αρχίσει πάλι να λειτουργεί. Το μοναστήρι ήταν στα μαύρα του τα χάλια. Πριν από ένα χρόνο είχε καεί το ¼ περίπου του μοναστηριού από μια αβλεψία του π. Μελέτη και μάλιστα στο σημείο όπου υπήρχαν τα ιερά κειμήλια. Ήταν νύχτα όταν έπιασε φωτιά και οι χωριανοί μικροί-μεγάλοι μεταφέραμε νερό από μια βρύση που απείχε περίπου 1500 μέτρα μακριά από το μοναστήρι. Όταν ξημέρωσε, ο παππούς μου με πήρε από το χέρι και τραβήξαμε προς το μοναστήρι. Δεν έβγαλε λέξη στο δρόμο και ήταν βυθισμένος σε σκέψεις. Ήταν ένα πρωινό καταγάλανο, αλλά μια μελαγχολική σιωπή κυριαρχούσε παντού. Όταν αντικρίσαμε την καμένη πλευρά του μοναστηριού δάκρυα τρέξανε από τα μάτια του παππού μου. Φαίνεται ότι ήταν η οδύνη και η θλίψη στη θέα ενός μοναστηριού 950 χρονών που ερειπώνεται και στη σκέψη ότι οι τελευταίες ιστορικές μαρτυρίες του, όπως είναι τα ιερά κειμήλια είχαν χαθεί.
Αναφέρεται ότι πολλά ιερά κειμήλια του μοναστηριού μεταφέρθηκαν στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων για περισσότερη ασφάλεια. Αυτά όμως παραδόθηκαν χωρίς πρωτόκολλα παραλαβής κι έτσι δεν μπορεί πια το μοναστήρι Σταγιάδων να τα διεκδικήσει.
Ο καινούργιος Ηγούμενος του μοναστηριού, π. Γεννάδιος, ανέλαβε την υποχρέωση να δώσει ξανά ζωή στο μοναστήρι. Και τα κατάφερε. Ήταν μια πολύ έντονη προσωπικότητα ο π. Γεννάδιος κι είναι για μένα πολύ δύσκολο να τον σκιαγραφήσω με λόγια, γιατί θεωρώ ότι θα τον αδικήσω, παρόλο που έζησα για πολλά χρόνια σαν να ήμουν ένα από τα δύο παιδιά του. Ο δεύτερος γιος ήταν ο Ζήσης, που κατάγονταν από το διπλανό χωριό Αγναντιά.
Με το Ζήση είχαμε γνωριστεί στο οικοτροφείο της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών. Ο Ζήσης προηγούνταν ένα χρόνο στις τάξεις του τότε εξαταξίου Γυμνασίου. Είχαμε πολλά κοινά. Έπρεπε να σπουδάσουμε οπωσδήποτε, κόντρα σε όλα τα εμπόδια. Ήταν η προσδοκία της μάνας για μένα και για κείνον η προσδοκία του πατέρα του. Ο πατέρας του Ζήση πέθανε όταν ο ίδιος ήταν στην 3η τάξη Γυμνασίου, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στο χωριό του. Μέσα σ’ αυτή την απελπισία του πήγε στον τότε Μητροπολίτη κ. Δωρόθεο και του ζήτησε να τον πάρει οικότροφο στο οικοτροφείο της Μητρόπολης. Την περίοδο εκείνη το χωριό του Ζήση είχε διαφορές με την Μητρόπολη και αιτία ήταν ένα δάσος του Μοναστηριού, που το διεκδικούσε η κοινότητα του χωριού. Τότε λοιπόν διημείφθη η εξής στιχομυθία:
- Από πού είσαι παιδί μου;
- Από την Αγναντιά, Σεβασμιότατε.
- Α’ από το χωριό που διεκδικεί την περιουσία του Μοναστηριού. Θα σε κάνω δεκτό μόνο αν πάψει το χωριό να έχει διεκδικήσεις από το μοναστήρι.
-Στο άκουσμα αυτού του όρου, είδε τη γη να χάνεται από τα πόδια του και κατέρρευσε χάνοντας τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, άκουσε μια φωνή να λέει
- Εντάξει παιδί μου θα σε πάρω.
Το ίδιο σχεδόν συνέβη και σε μένα. Όταν πέθανε η μάνα μου, ήταν αδύνατο κι εγώ να σπουδάσω γιατί φρόντιζε να μου στέλνει κάθε βδομάδα ένα τροβά (σακίδιο) με ψωμί, λίγο τυρί και όσπρια με τα οποία συντηρούμουν στη ζωή. Μάλιστα στη τετάρτη τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου μη μπορώντας η μητέρα μου να μου στείλει τον τροβά με τα λιγοστά τρόφιμα, μου έστειλε μια κατσίκα για να ζω με το γάλα της. Τη βόσκαγα το απόγευμα που ήμουνα ελεύθερος από το σχολείο παίρνοντας μαζί μου και τα βιβλία για να μελετήσω τα μαθήματά μου. Στη γειτονιά μια οικογένεια με το όνομα Πόχου συγκινήθηκε πολύ από το πείσμα μου να συνεχίζω τις σπουδές μου με αυτές τις άθλιες συνθήκες, εκτός του ότι μου έδιναν φαγητό που και που, ανέλαβαν να πληρώνουν το αντίστοιχο ποσό που χρειάζονταν για να παίρνει και τη δικιά μου κατσίκα ο βοσκός που περισυνέλλεγε όλες τις κατσίκες της γειτονιάς.
Ένα βράδυ όμως ο βοσκός μου ανακοίνωσε πως η κατσίκα μου χάθηκε μέσα στο δάσος κάτω από τα Μετέωρα. Μια απελπισία κυρίευσε όλο το είναι μου κι έτρεξα αμέσως στο εικόνισμα της Παναγιάς που πάντα είχα μαζί μου. Ήταν ένα ξύλινο εικόνισμα το οποίο θα πρέπει να ήταν τουλάχιστο 100 χρονών. Η μάνα μου είπε ότι ήταν από τον προπάππου μας που είχε έρθει από τη Κόνιτσα, τον Παπαστάμο. Έπεσα στα γόνατά μου και άρχισα να προσεύχομαι. Παναγιά μου, έλεγα, βοήθησε να βρω την κατσίκα μου.
Σιγοψιχάλιζε εκείνο το βραδινό σούρουπο και σε ελάχιστο χρόνο βρέθηκα μέσα στο δάσος. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας που όλο και πύκνωνε ακουγόταν ο αντίλαλος της φωνής μου από τα βράχια των Μετεώρων. «Μαριάνααα!!» (αυτό ήταν το όνομα της κατσίκας μου). Περιπλανιόμουν ώρες ολόκληρες μέσα στο αφέγγαρο και βροχερό αυτό σκοτάδι με συντροφιά τον αντίλαλο της φωνής μου από τους βράχους των Μετεώρων, φωνάζοντας συνέχεια το όνομά της κρατώντας βαθιά στην καρδιά μου την ελπίδα ότι η Παναγιά θα με βοηθήσει Μετά από μιάμισυ ώρα περίπου, άκουσα από μακριά ένα μπέεεε. Τότε ο αντίλαλος της φωνής μου έγινε τραγούδι. Μέσα μου κύματα φόβου και ελπίδας ξέσπασαν, δάκρυα και σταγόνες της βροχής έσμιξαν και οι χορδές της καρδιάς μου έπαιζαν στους ρυθμούς της χαράς και του πόνου. Ο αντίλαλος της «Μαριάνας» και του «μπέεε» όλο και έσμιγαν πιο πολύ, όλο και σίμωναν και ο αέρας τις έκανε μελωδίες. Ανταμώσαμε σε ένα ρέμα αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα που έγιναν και αυτά σταγόνες της βροχής, το ξεχείλισμα της θλίψης που μαζί με το τραγούδι του ρεματιού έγιναν αγάπη, πόνος, χαρά κι όλα μαζί έκαναν τη ζωή γλυκιά πέρα απ’ το θάνατο. Συγκινούμαι πάντα καθώς σκέφτομαι αυτή τη σκηνή και παρ’ όλες τις δυσκολίες της ζωής, θυμάμαι με νοσταλγία αυτό το ζώο που είχε τόση εμπιστοσύνη σε μένα και εγώ του όφειλα τόσα πολλά.
Η μάνα μου από πολύ μικρή ηλικία φρόντιζε να με συντροφεύει πάντα ένα ζωάκι. Το πρώτο μου ζωάκι ήταν μια κότα που μόλις την πλησίαζα χαμήλωνε για να τη χαϊδεύω. Η οικογένειά μας είχε μερικές κατσίκες και πρόβατα τα οποία τα νοίκιαζαν σε βοσκούς. Κάθε άνοιξη πήγαινε στο κοπάδι, διάλεγε ένα αρνάκι ή κατσικάκι και μου το έφερνε. Θυμάμαι που μου έλεγε: αυτό είναι το δώρο μου για σένα. Είναι δικό σου, γι αυτό πρέπει να το φροντίζεις, γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για τη ζωή του. Μανάρια τα αποκαλούσαν αυτά τα ζωάκια. Ανέπτυσσες θαυμάσια σχέση μαζί τους. Κολακευόσουνα από το γεγονός ότι ήθελαν να είναι πάντα κοντά σου. Σου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη και όταν τα άφηνες για λίγο βέλαζαν, γιατί σε ήθελαν κοντά τους. Με τη σχέση αυτή αναπτυσσόταν μια τρυφερότητα με τον κόσμο που ζούσαμε και καλλιεργούνταν μέσα μου η υποχρέωση να προστατεύω το ανυπεράσπιστο πλάσμα. «Υπάρχεις όταν αγαπάς τον κόσμο που ζεις» ένιωθα και δεν θα μάθω ποτέ πώς το ήξερε αυτό η μάνα μου.
Την άλλη χρονιά, τέρμα οι τροβάδες και οι κατσίκες και έτσι η τελευταία ελπίδα μου ήταν να γίνω δεκτός στο οικοτροφείο της Μητρόπολης. Πήγα κι εγώ στη μητρόπολη και ζήτησα να γίνω δεκτός από τον τότε Μητροπολίτη κ. Διονύσιο, ο οποίος αντικατέστησε τον κ. Δωρόθεο. Θυμάμαι όλη τη στιχομυθία λες και ήταν χτες.
-Σεβασμιότατε, πρέπει να σπουδάσω οπωσδήποτε. Αυτή είναι η κληρονομιά του Παππού μου και της μάνας μου.
Καλά κάθισε παιδί μου στο διάδρομο και περίμενε. Βέβαια εγώ είχα και το μεγάλο πρόβλημα ότι ήμουνα γιος αριστερού πατέρα κι αυτό σήμαινε αποπαίδι της κοινωνίας. Βγήκα στο διάδρομο κι άρχισα να προσεύχομαι στην Παναγιά. Μεταφέρθηκα νοερά στο εκκλησάκι του μοναστηριού και θυμόμουνα τη στιγμή που μετά την παράκληση προς την Παναγιά έπαψα να ψευδίζω. Παναγιά μου, έλεγα, όπως τότε με βοήθησες κι έπαψα να ψευδίζω, δώσε φώτιση στο Δεσπότη να με κάνει δεκτό στο οικοτροφείο.
- Σε μια στιγμή έρχεται κάποιο καλογεράκι και μου λέει ότι ο Δεσπότης δεν βρίσκει στο τηλέφωνο τώρα το Διευθυντή του οικοτροφείου και γι αυτό λέει να έρθεις αύριο.
Την άλλη μέρα δεν πήγα στο σχολείο και βρέθηκα στη Μητρόπολη και ζήτησα να δω τον Μητροπολίτη.
Παιδί μου ο Μητροπολίτης έφυγε για την Αθήνα για να συμμετάσχει στην Ιερά Σύνοδο. Θα λείψει ένα μήνα.
Όταν το πληροφορήθηκα αυτό άρχισα να κλαίω χωρίς σταματημό. Παναγιά μου είπα γιατί μ’ εγκατέλειψες. Με το πολύ κλάμα φαίνεται πως κάποιοι από το γραφείο ευαισθητοποιήθηκαν και με παρηγορούσαν ότι ο θεός δεν αφήνει κανένα να χαθεί και κάτι άλλο θα έβρισκα να κάνω στη ζωή μου.
Υπήρξε μια αναστάτωση στο γραφείο και βγήκε από το γραφείο ένας που θα πρέπει να είχε κάποιο αξίωμα και ζήτησε να περάσω στο γραφείο του. Όλη την ώρα που ήμουνα στο γραφείο οι λυγμοί δεν μπορούσαν να σταματήσουν και ένας απέραντος πόνος με είχε κυριεύσει μαζί με μια οργή. Πώς είναι δυνατόν ο Δεσπότης να λέει ψέματα και να με κοροϊδέψει.
Κατόρθωσα αυτές τις μέρες να επιβιώσω ξοδεύοντας μια εβδομάδα στο νοσοκομείο όπου είχα μεταφερθεί από πείνα. Κάθε μέρα επισκεπτόμουν τη Μητρόπολη ρωτώντας αν ήρθε ο Δεσπότης. Την εικοστή μέρα πράγματι ήρθε και με δέχτηκε.
Συνήθως ήμουνα πολύ δειλό παιδί, αλλά εκεί βρήκα κουράγιο από την Παναγιά του Μοναστηριού, που ένιωθα ότι με προστάτευε.
Τότε με έπιασαν πάλι οι λυγμοί σωριάστηκα κάτω στη γωνία του γραφείου και σπαράζοντας από απόγνωση, είπα στο Δεσπότη:
Με κοίταξε καλά, φαίνεται ότι συγκινήθηκε από τη στάση μου αυτή (απ’ ότι έμαθα μετά και ο ίδιος ήταν πολύ φτωχό παιδί και σπούδασε στη Χάλκη της Πόλης).
Πήγε στο γραφείο του, πήρε το ακουστικό του τηλεφώνου το έβαλε στο αυτί του, πήρε έναν αριθμό και είπε.
Στο δρόμο ήμουν το πιο ευτυχισμένο άτομο και μονολογούσα, Παναγία μου σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες για ακόμη μια φορά.
Ο Μπαρμπαμανώλης
Ο Μπαρμπαμανώλης ήταν ο ένας και μοναδικός υπάλληλος του Μοναστηριού την περίοδο της ηγουμενίας του π. Γενναδίου. Ο Μπαρμαμανώλης καταγόταν από το χωριό Σταγιάδες. Στο μοναστήρι επικρατούσε πάντα άκρα ησυχία που μερικές φορές διακόπτονταν από ένα μακρινό γαύγισμα ενός σκύλου ή από τα κελάηδισμα των πουλιών. Ξαφνικά μερικές φορές ακούγαμε το Μπαρμπαμανώλη να συζητά και αναρωτιόμασταν ποιος μας επισκέφτηκε. Ο π. Γεννάδιος μας έλεγε ο Μπαρμαμανώλης είναι και μιλάει στο γάιδαρό του.
Ο γάιδαρός του ήταν το μεταφορικό μέσο του μοναστηριού. Συνήθως, όταν ο Ηγούμενος πήγαινε στην Μητρόπολη ή στην Καλαμπάκα για να ψωνίσει, μετέφερε τον Ηγούμενο το καλοκαίρι σε μια απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων στη θέση εικόνισμα ή το χειμώνα στο χωριό Οξύνεια, που απείχε μιάμιση περίπου ώρα περπάτημα. Από εκεί έπαιρνε ένα παμπάλαιο λεωφορείο σαν αυτά που βλέπουμε τώρα στην Ινδία και στο Μπαγκλαντές ή οποιασδήποτε άλλες μεταφορές χρειαζόταν.
Σε μας ο Μπαρμπαμανώλης ήταν πολύ φειδωλός στην κουβέντα του και με το ζόρι προσπαθούσαμε να του βγάλουμε μια λέξη. Μόνο στο γάιδαρό του ήταν φλύαρος. Εμένα και το Ζήση μας αγαπούσε πολύ ο Μπαρμπαμανώλης, αλλά ουδέποτε το έδειχνε. Όταν ο γάιδαρός του αρρώστησε, ήταν συνέχεια κοντά του. Επιστρέφοντας μάλιστα μια στιγμή από το χωριό ακούσαμε με το Ζήση μοιρολόγια που έβγαιναν από το χώρο όπου ήταν η κατοικία του γαϊδάρου. Την ώρα που τρώγαμε ο Ζήσης ειρωνεύτηκε το Μπαρμπαμανώλη που έκλαιγε για ένα γάιδαρο. Ο Μπαρμπαμανώλης είπε δυο λόγια μόνο: «Πού ξέρετε εσείς από πόνο». Ένα παραπέτασμα υψώνονταν ανάμεσα σε μας και Μπαρμπαμανώλη. Δυο διαφορετικοί κόσμοι.
Με το τσιγκέλι βγάζαμε τις λέξεις από το στόμα του Μπαρμπαμανώλη. Είχε την τάση να θεωρεί ότι η ιστορία της ζωής του είναι κάτι που δεν αφορά τους άλλους. Το ένα τρίτον της ζωής του και παραπάνω ο Μπαρμπαμανώλης το πέρασε σε πολέμους. Ήταν το 1909 όταν ο τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος ευρισκόμενος σε διένεξη με τον Ε. Βενιζέλο κατασκήνωσε στο μοναστήρι Σταγιάδων. Όταν ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε ότι οι αντίπαλοι ήξεραν πού βρίσκεται
και ότι γαλλομαροκινό στράτευμα κατευθυνόταν στο μοναστήρι, αναχώρησε για τη Γερμανία μέσω Σερβίας ακολουθούμενος και από δέκα κατοίκους του χωριού μεταξύ των οποίων και ο Μπαρμπαμανώλης.
Γιατί Μπαρμπαμανώλη δεν μας λες τίποτα για το ταξίδι σου στη Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι πήγες εκεί με το Βασιλιά;
Ναι, αληθεύει,
Να σας πω εγώ λέει ο π. Γεννάδιος. Μόλις έφτασε στη Γερμανία ήταν ανεπιθύμητος, γιατί αυτός και η παρέα του θεωρήθηκαν πράκτορες των αντιπάλων. Έτσι φύγανε και φτάσανε στην Κρήτη και από εκεί πήγαν στη Μικρά Ασία φτάνοντας μάλιστα μέχρι την Άγκυρα.
Τι να έκρυβε άραγε ο Μπαρμπαμανώλης στα κατάβαθα της ψυχής του; Ίσως αυτό να κρατάει ξύπνια την ύπαρξή του. Όλο αυτό το βάρος το σήκωνε μόνος πάνω στους ώμους του. Δεν χρειάζονταν βοήθεια. Η σιωπή μέσα στην καρδιά του ήταν το πέπλο που σκέπαζε τις πληγές του. Το βλέμμα του ήταν πάντοτε σαν να ατένιζε το τίποτα, σ’ ένα δρόμο ερημωμένο από ανθρώπινες αξίες.
Μόλις βράδιαζε μαζευόμασταν στο εκκλησάκι εγώ, ο Ζήσης, ο Μπαρμπαμανώλης και ο π. Γεννάδιος. Δεν χτυπούσαμε σήμαντρα και καμπάνες, εκτός και αν ήταν μεγάλοι εσπερινοί. Ο Ζήσης ως καλύτερος ψάλτης καθόταν στο δεξί ψαλτήρι κι εγώ στο αριστερό. Ο π. Γεννάδιος υποκαθιστούσε τον ιερέα (ο π. Γεννάδιος δεν ήταν ιερωμένος, διότι θεωρούσε ανάξιο τον εαυτό του να κατέχει αυτή τη θέση, ήταν απλά ένας μοναχός). Ο Μπαρμπαμανώλης ήταν το εκκλησίασμα. Καθόταν δίπλα μου και πολλές φορές αλληλοκοιταζόμασταν κάτω από το φως των κανδηλιών που τρεμοσβήνανε και με το βλέμμα μας γκρεμίζαμε τα σύνορα που υπάρχουν ανάμεσα στα νιάτα και τα γηρατειά με ένα χαμόγελο.